Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012




«ΠΟΡΕΥΘΕΝΤΕΣ» ΣΥΜΒΙΒΑΣΘΗΤΕ ΜΕ «ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΘΝΗ»
ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΘΕΤΕΙΝ
«ΠΑΝΤΑ ΟΣΑ ΕΝΕΤΕΙΛΑΜΗΝ ΥΜΙΝ»



     Μὲ ἀφορμὴ τὸ Ἑωθινὸ Εὐαγγέλιο


πισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πώς, κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῶν Ἰουδαίων, ὁ Χριστὸς βρισκόταν συστηματικὰ ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους ποὺ συνέρρεαν στὰ Ἱεροσολύμα, γιὰ νὰ γιορτάσει μαζί τους καί, διὰ τῶν θαυμάτων καὶ τῆς διδασκαλίας Του, νὰ ἑλκύσει τὸν ἄδολο καὶ ἁπλὸ λαό. Διότι ὁ Χριστὸς εἶχε μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον νὰ τοὺς ἰατρεύσει καὶ νὰ τοὺς προσφέρει τὴν σωτηρία, ἀπ’ ὅσο οἱ ἴδιοι ἐπιθυμοῦσαν τὴν θεραπεία.
 «Τίνος οὖν ἕνεκεν τὰ Ἱεροσόλυμα συνεχῶς ὁ Χριστὸς καταλαμβάνει, καὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς ἐπιχωριάζει τοῖς Ἰουδαίοις; ὥστε ἐπιλαβέσθαι τῶν ἀσθενούντων, ἵνα τὸ πλῆθος ἐπισπάσηται τὸ ἄδολον; Οὐ γὰρ τοσαύτην οἱ κάμνοντες εἶχον ἐπιθυμίαν ἀπαλλαγῆναι τῶν νοσημάτων, ὅσην ὁ ἰατρὸς ἐπεποίητο σπουδὴν ἀπαλλάξαι αὐτοὺς τῆς ἀρρωστίας. Ὅτε τοίνυν πλήρης ὁ σύλλογος αὐτῶν ἦν, τότε εἰς μέσον ἐρχόμενος τὰ πρὸς τὴν σωτηρίαν τῆς ἐκείνων ψυχῆς ἐπεδείκνυτο».
(Χρυσοστόμου Ἰω., Πρὸς Ἀνόμοιους, ὁμιλ. 12, καὶ Ὑπόμνημα εἰς Ἰωάννην).


Ὑπάρχουν καὶ σήμερα ἄνθρωποι ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ βροῦν τὴν Μία Ἀλήθεια, ἀναζητοῦν νὰ θεραπευθοῦν ἀπὸ τὴν παράλυση τῆς κάθε ἁμαρτίας καὶ κακοδοξίας. Μὰ τὸ δυστύχημα εἶναι πὼς δὲν ὑπάρχουν οἱ θεραπευτές! Ἡ πλειονότης τῶν συγχρόνων «εἰς τύπον καὶ τύπον Χριστοῦ» ποιμένων ἔχουν καταντήσει ἀπὸ μαθητὲς Χριστοῦ, διεκπεραιωτὲς ἱεροπραξιῶν ἢ ἕνα εἶδος κοινωνικῆς πρόνοιας μὲ θρησκευτικὸ ἐπίχρυσμα, ἐκκοσμικευμένοι καὶ ἀδιάφοροι γιὰ τὴν οὐσία αὐτοῦ ποὺ ἦρθε νὰ προσφέρει ὁ Χριστὸς στὸν ἄνθρωπο.


Ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς, καὶ ἐκεῖνοι οἱ πνευματικοὶ πατέρες ποὺ δίνουν ὅλες τους τὶς δυνάμεις γιὰ τὴν καθοδήγηση τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἀλλὰ περιπίπτουν σὲ ἕνα ἄλλο «ἐκ δεξιῶν» πειρασμό: δείχνουν νὰ «ἀδιαφοροῦν» γιὰ τοὺς σύγχρονους «ἐντὸς τῶν τειχῶν» αἱρετικούς, τὴν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν στὴν Μία, Ἁγία, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὸ δυστύχημα, ὅμως, εἶναι, πὼς αὐτὴ ἡ φαινομενικὴ «ἀδιαφορία», δὲν εἶναι πραγματικὰ ἀδιαφορία, ἀλλὰ μιὰ δειλία νὰ ἀντιπαρατεθοῦν μὲ τὴν ὀλιγομελῆ, ἀλλὰ καλὰ ὀργανωμένη οἰκουμενιστικὴ φατρία· καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀποτελεῖ ἀποδοχὴ τῆς συνωμοσίας σιωπῆς ποὺ ἔχει ἐπιβάλει πρωτίστως τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ὥστε νὰ μὴν ἐνημερώνονται οἱ πιστοὶ γιὰ τὴν αἱρετίζουσα πολιτικὴ τοῦ Φαναρίου!!! Ἀρνοῦνται, δηλαδή, οἱ πνευματικοὶ πατέρες, ἐπικαλούμενοι τὴν «διάκριση», νὰ προσεγγίσουν, νὰ κηρύξουν καὶ νὰ θεραπεύσουν, ὅσους ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν παραλυσία τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (ἀλλὰ καὶ τοῦ Παπισμοῦ, καὶ τοῦ Π.Σ.Ε.).


Ἀγνοοῦν ἄραγε τὴν πατερικὴ διδασκαλία, ὅτι ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ μολυσματικὴ καὶ δυσθεράπευτη ἀσθένεια; «Μὴ συμφιλιάζῃς αἱρετικοῖς, ἵνα μὴ συγκοινωνήσῃς τῇ κοινωνίᾳ αὐτῶν· ...ἕκαστος γὰρ θερίσει ὃ ἔσπειρε» (Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Περ μετανοας κα κατανξεως). «Εἰ δὲ ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς ἠθικοῖς σφαλλομένων τοσαύτη ἐστὶν ἡ βλάβη, τί χρὴ λέγειν περὶ τῶν περὶ Θεοῦ κακοδοξούντων, οὓς ἡ κακοδοξία οὐδὲ ἐν τοῖς ἄλλοις ὑγιαίνειν ἐᾷ, παραδιδομένους ἅπαξ δι' αὐτὴν τοῖς τῆς ἀτιμίας πάθεσιν;» (Μ. Βασιλείου, Ὅροι κατ’ Ἐπιτομήν, Ἐρώτησις κʹ). Καί: «Τῶν αἱρετικῶν ἡ κακοδοξία, πάντοτε πηγαίνει εἰς τὸ χειρότερον  καὶ γίνεται μεγαλυτέρα πληγή... Διὰ τοῦτο πρέπουν νὰ ἀποφεύγουν οἱ Χριστιανοὶ τούτους καὶ πάντας τοὺς αἱρετικοὺς ὡσὰν λοιμοὺς καὶ πανούκλας, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ μὲ αὐτούς... ἀπωλεσθοῦν» (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ΄ Ἐπιστολὰς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ. 3ος, σελ. 318-319).


Πῶς εἶναι, λοιπόν, δυνατόν, στρουθοκαμηλίζοντας, νὰ ἀντιπαρέρχονται οἱ ποιμένες τὴν ζημίαν ποὺ ὑφίστανται οἱ πιστοί, ἐπικοινωνοῦντες μὲ ἐγχώριους αἱρετικοὺς οἰκουμενιστὲς (τῶν ὁποίων ἀγνοοῦν τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν αἵρεση), ἀλλὰ καὶ τὴν «βλασφημία» ποὺ ἔγκειται στὴν διαστρέβλωση τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ τῆς δογματικῆς ἀλήθειας ποὺ διαπράττουν οἱ Οἰκουμενιστές; Πῶς ἀνέχονται τὴν ἐπίκληση φτηνῶν δικαιολογιῶν, ὥστε νὰ μὴ κατονομάζουν τοὺς αἱρετικούς, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἀντιλαμβάνονται ὅτι αὐτὲς οἱ «δικαιολογίες» ἐκφράζουν τὴν πεμπτουσία τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὶς ἔχουν ὑποβάλει οἱ ἴδιοι οἱ Οἰκουμενιστές;


1) Λέγουν π.χ. ἔνιοι πνευματικοὶ ὅτι ὁ Πατριάρχης διδάσκει «καὶ» ὀρθόδοξα πράγματα· λὲς καὶ δὲν διάβασαν ποτὲ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, λὲς καὶ δὲν γνωρίζουν ὅτι οἱ περισσότεροι αἱρετικοὶ ξεκίνησαν «κατὰ τὰ ἄλλα» ὡς ὀρθόδοξοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἕνα σημεῖο ποὺ ἐδίδασκαν κακοδόξως· λές καὶ δὲν γνωρίζουν (καὶ μᾶς ἔχουν οἱ ἴδιοι διδάξει), ὅτι ἡ αἵρεση συνίσταται στὴν ἀθέτηση «ἰῶτα ἑνὸς ἢ μιᾶς κεραίας», κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου!


2) Λέγουν, ἐπίσης (ἀναλόγως σὲ ποιοὺς κάθε φορὰ ἀπευθύνονται): ἂς κοιτάξουμε τὸν ἑαυτό μας, τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη (κι αὐτὸ εἶναι πολὺ σωστό)· τὰ θέματα Πίστεως καὶ τῶν σχέσεών μας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῶν ποιμένων (αὐτό, ὅμως, εἶναι μεγάλο λάθος καὶ σαφῶς ἀντιπατερικὴ θέση). Πῶς δὲν ἀντιλαμβάνονται, οἱ κληρικοί, ὅτι ἔτσι καταλύουν τὴν ἑνότητα τοῦ ὀρθόδοξου κηρύγματος καὶ τῆς ὀρθόδοξης ποιμαντικῆς;


Ὥστε, λοιπόν, οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ποὺ συνέδεαν ἄρρηκτα τὴν Πίστη καὶ τὸ Ἦθος, ποὺ θεωροῦσαν ἀδιανόητο τὴν πρόοδο στὴν πνευματικὴ ζωή, χωρὶς τὴν προϋπόθεση τῆς ὀρθῆς Πίστεως, χωρὶς τὴν ὁμολογία αὐτῆς τῆς Πίστεως καὶ τὴν διατήρηση ἀπαραχάρακτων τῶν Δογμάτων –ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ μαρτυρίου, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, λοιπόν, ἔσφαλαν; Ἀσφαλῶς καὶ ὄχι.


Γράφει ὁ Μ. Βασίλειος: Ὁ Κύριος εἶπε: «”Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, διδάσκοντες αὐτούς, οὐχὶ τὰ μὲν τηρεῖν, τῶν δὲ ἀμελεῖν, ἀλλὰ τηρεῖν πάντα», χωρὶς νὰ παραβλέπετε οὔτε καὶ ἕνα μικρό «τῶν διατεταγμένων», ἀφοῦ ὅλα εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴν σωτηρία σας. «Ἡμεῖς δὲ μίαν που τῶν ἐντολῶν πεποιηκέναι νομίσαντες (οὐ γὰρ ἂν φαίην ὅτι ποιήσαντες· πᾶσαι γὰρ ἀλλήλων ἔχονται, κατὰ τὸν ὑγιῆ τοῦ σκοποῦ λόγον, ὡς ἐν τῇ λύσει τῆς μιᾶς καὶ τὰς λοιπὰς ἐξ ἀνάγκης συγκαταλύεσθαι), οὐκ ἐπὶ τοῖς παρεθεῖσι τὴν ὀργὴν ἐκδεχόμεθα, ἀλλ' ἐπὶ τῷ κατορθωθέντι δῆθεν τὰς τιμὰς ἀναμένομεν» (Μ. Βασιλείου, Ἠθικοὶ λόγοι, Περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας, λόγ. α΄).


Κι ἐδῶ βρίσκεται ὅλη ἡ εὐθύνη, τὸ προσωπικὸ δρᾶμα καὶ ἡ πτώση συγχρόνων κληρικῶν: ἐνῶ τὰ γνωρίζουν αὐτά, ἀποδέχονται σιωπηρὰ τέτοιες ἀντιπατερικὲς «λογικὲς» καὶ υἱοθετοῦν αὐτὴ τὴ στάση, διασπώντας καὶ καταλύοντας ἔτσι ὀφθαλμοφανῶς –καθ΄ ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτοὺς– τὴν ἑνότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ὡς ἑνότητα Πίστεως καὶ Ἤθους, ἡ ὁποία μᾶς συνδέει μὲ τὴν διαχρονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἐμποδίζοντας –ἀντὶ νὰ διευκολύνουν– τὴν ἀληθινὴ ἕνωσή μας μὲ τὸν Κύριο.


Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Οὐ γὰρ ἀρκεῖ μία μόνον ἀρετὴ παραστῆσαι τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ μετὰ παρρησίας ἡμᾶς, ἀλλὰ πολλῆς δεῖ καὶ ποικίλης καὶ παντοδαπῆς καὶ πάσης αὐτῆς. Ἄκουε γὰρ αὐτοῦ λέγοντος τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς· Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Χρυσοστόμου Ἰω., Ἐκλογαὶ ἀπὸ διαφόρων λόγων).


Ἀρνοῦνται οἱ Ποιμένες ἐπίσημα καὶ –παρὰ τὶς ἐπισημάνσεις– ἐπίμονα, ὅτι ἡ ἑνότητα ὑπάρχει ὅπου συναντᾶται ἡ ὀρθὴ Πίστη καὶ ἐφαρμόζεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, δηλ. στὴν Μία, Ἁγία Ἐκκλησία, ἀφήνοντας ἔτσι νὰ διεισδύουν στὸ σῶμα τῶν χριστιανῶν οἱ πρακτικὲς τῶν ἑκατοντάδων αἱρετικῶν ὁμολογιῶν, συνισταμένη τῶν ὁποίων ἀποτελεῖ ὁ Οἰκουμενισμός. Τοῦτο σημαίνει ὅτι συμβιβάζονται μὲ τὴν αἵρεση καὶ παραδίδονται ἀμαχητὶ στοὺς ἡγέτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.


Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξοικειώνονται οἱ ἀκατήχητοι πιστοὶ μὲ τὴν αἵρεση καὶ ἐμποδίζεται ἡ θεραπεία τῶν αἱρετικῶν. Συμβαίνει, ὅμως, καὶ ἄλλη μιὰ ἀθέτηση· ἀρνοῦνται μιὰ βασικὴ Ἐντολή, ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῶν ἑτεροδόξων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν πολλοί, ποὺ διψοῦν τὴν γνώση τῆς ἀληθινῆς ὀρθοδόξου ζωῆς καὶ διδασκαλίας.


Ἀρνοῦνται νὰ ἀπευθυνθοῦν καὶ νὰ συνομιλήσουν μὲ τὸν ἀγνοοῦντα λαὸ τῶν ἑτεροδόξων, ὅπως ἔκανε ὁ Κύριος, καὶ ἀντιθέτως –«ἀγαλλομένῳ ποδὶ»– διαλέγονται ἐπὶ δεκαετίες μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ τὶς σκληρυμένες δομὲς τῆς κάθε αἵρεσης, τοὺς «ἀρχιερεῖς» δηλαδή, τοὺς «Σαδδουκαίους» καὶ τοὺς «Φαρισαίους» τῆς ἐποχῆς μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν καὶ τοὺς συνδαιτυμόνες τους.


Καὶ ἀρνοῦνται ἐπί δεκαετίες τώρα, νὰ ἀπευθυνθοῦν καὶ νὰ κηρύξουν Χριστὸ πρὸς τοὺς λαούς, γιατὶ δὲν θέλουν νὰ τὰ χαλάσουν μὲ τὶς ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου, τοὺς ἄθεους Πάπες καὶ ὁμοφυλόφιλους ἱερεῖς καὶ ἱέρειες τῶν ἑτεροδόξων, αὐτοὺς ποὺ ἀποτελοῦν τοὺς συνευωχούμενους συνομιλητές τους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰσαγάγει πληθώρα κακοδοξιῶν (ποιά νὰ πρωτομνημονεύσουμε;), ἔχουν καταλύσει πολλὲς ἀπὸ τὶς Ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ οὐδεμία διάθεση δείχνουν νὰ ἐπανορθώσουν καὶ νὰ ἐπανέλθουν στὴν Μία Ἐκκλησία. Ἔχουν πάθει ἀμνησία καὶ δὲν ἐνθυμοῦνται τὴν Ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, «ὅστις λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».


Ἔχουν, μὲ ἄλλα λόγια, ἐμπιστευθεῖ τὴν σωτηρία τῶν αἱρετικῶν στοὺς ἀρχηγοὺς τῶν αἱρέσεων(!), κατὰ τῶν ὁποίων ὁ Κύριος ἐξαπέλυσε τὰ «οὐαί». Ἀρνοῦνται οἱ ἴδιοι νὰ μιμηθοῦν τὸ Χριστό, νὰ παρευρεθοῦν στοὺς χώρους τῶν ἁπλῶν αἱρετικῶν, νὰ διδάξουν πὼς μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσφέρει ἀληθινὴ ζωὴ καὶ σωτηρία, καὶ ἔτσι, νὰ ὁμολογήσουν Χριστό. Καὶ τὸ ἀρνοῦνται, γιατὶ ἔχουν συμφωνήσει μὲ τοὺς συνομιλητὲς τους ἑτερόδοξους, νὰ μὴ διδάσκουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ μὴ καλοῦν πρὸς σωτηρία τοὺς αἰρετικοὺς τῆς Δύσεως!


Κάνουν δηλαδὴ τὸ ἀντίθετο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἐδίδαξε ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἔδωσε Ἐντολὴ νὰ πορευτοῦν σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ὄχι συμβιβαζόμενοι εἰς τὰ τῆς Πίστεως, ἀλλὰ κηρύττοντες «Μίαν πίστιν», «ἓν βάπτισμα», «Μίαν Ἐκκλησίαν».


Ἔτσι, ἐμποδίζουν οἱ ἴδιοι οἱ ὀρθόδοξοι κληρικοὶ μὲ τὴ θεσμικὴ ἐξουσιαστικὴ παρουσία τους, κάποιους ἐλάχιστους Ποιμένες, ποὺ ἐπιμένουν ὀρθόδοξα, καὶ προσπαθοῦν νὰ  ἐφαρμόσουν τὴν Ἐντολὴν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ πρὸς εὐαγγελισμὸ τῶν μὴ ὀρθῶς πιστευόντων.


Γράφει, ὅμως, ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος:


«...Ἐδίδαξε (ὁ Κύριος) βασιλείαν οὐρανῶν κηρύσσειν ἐν ἀληθείᾳ, ...καὶ λέγων “μαθητεύσατε τὰ ἔθνη”, τουτέστιν μεταβάλετε τὰ ἔθνη ἀπὸ κακίας εἰς ἀλήθειαν, ἀπὸ αἱρέσεων εἰς μίαν ἑνότητα, “βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς ὄνομα πατρὸς καὶ υἱοῦ καὶ ἁγίου πνεύματος”, εἰς τὴν κυριακὴν ὀνομασίαν τῆς τριάδος, ...ἵνα δείξῃ ἐκ τοῦ ὀνόματος μηδεμίαν ἀλλοίωσιν εἶναι τῆς μιᾶς ἑνότητος. ὅπου γὰρ οἱ βαπτιζόμενοι κελεύονται ὑπ' αὐτοῦ <σφραγίζεσθαι> εἰς ὄνομα... ”ἁγίου πνεύματος” οὐ διῃρημένος ὁ σύνδεσμος οὐδὲ ἀπηλλοτριωμένος, τῆς μιᾶς θεότητος ἔχων τὴν σφραγῖδα» (Ἐπιφανίου Κύπρου, Πανάριον).


Καὶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς συγγραφεὺς Εὐσέβιος: «”Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη”. Βούλεται γὰρ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον συντόνῳ καὶ ἀδιαστάτῳ σπουδῇ ἐπιτελεῖν αὐτοὺς τὸ εὐαγγελικὸν ἔργον· τῇ γάρ, “ἡμέρᾳ ἐξ ἡμέρας”, τοῦτο παρίστησι, τὸ διηνεκῶς αὐτοὺς εὐαγγελίζεσθαι τὸ σωτήριον...» (Εὐσεβίου, Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, Ἑρμηνεία τινῶν κατ’ ἐπιλογήν).


χω συνείδηση πὼς ἐπιρρίπτω εὐθύνη (μὲ ὅσα, ὄχι γιὰ πρώτη φορά, γράφω) σὲ σεβαστοὺς πνευματικοὺς πατέρες. Πολλὲς φορὲς ἔχω ἀναρωτηθεῖ: ποιός εἶμαι ἐγώ, ποὺ τολμῶ νὰ ἐπισημαίνω κάποιες παραλείψεις τους; Νιώθω, ὅμως, μέσα μου ἰσχυρὴ τὴν πεποίθηση, πὼς ὅ,τι γράφω, δὲν εἶναι δικές μου θέσεις (γιατὶ τότε δὲν θὰ τολμοῦσα νὰ τὶς θέσω κἀν), ἀλλὰ ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση. Καὶ παρόλο ποὺ παρόμοιες σκέψεις ἔχουν γραφεῖ πολλὲς φορές, δὲν ἔχω δεῖ κάποιο ἀντίλογο. Πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι οἱ πνευματικοί μας πατέρες, ἢ δὲν ἔχουν νὰ ἀπαντήσουν στὰ πατερικὰ κείμενα ποὺ παρατίθενται, ἢ ἀδιαφοροῦν, ὡς διδάσκαλοι, νὰ παρουσιάσουν καὶ νὰ διδάξουν τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀναντίρρητη τοποθέτηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ θέμα, ὡς ποιμένες δὲ καὶ πατέρες νὰ διορθώσουν καὶ μένα μὲ τὸν γνήσιο πατερικὸ λόγο καὶ ὄχι μὲ προσωπικὲς ἐκτιμήσεις ποὺ διαφέρουν ἀπὸ γέροντα σὲ γέροντα, ὥστε νὰ ἀντιληφθῶ (ὅπου σφάλλω) τὴν σωστή θέση.
Σημάτης Παναγιώτης

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012


Εν μέσω πτωχεύσεως θα ανεγείρουν μεγαλοπρεπή ναό!!!

 

Η ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ
ΑΠΟΧΩΡΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ «ΙΕΡΑΝ»ΣΥΝΟΔΟΝ;
του Λεόντιου Διονυσίου
Η ανυπάρκτου πνευματικού έργου καθ’ ημάς «Ιερά» Σύνοδος και οι Επίσκοποι που την αποτελούν, έλαβε μια απόφαση, αποδεικνύουσα ότι το μόνον που την απασχολεί είναι το «έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος», αδιαφορούσα αν τούτο «έσωθεν γέμει εξ αρπαγής».
Την ενδιαφέρει η βιτρίνα και όχι ο εσώτερος άνθρωπος.
Και τι αποφάσισε;
Αποφάσισε την «ανέγερση μεγάλου Συνοδικού Πνευματικού Κέντρου Βυζαντινής Παραδόσεως, με μεγαλοπρεπή Καθεδρικό Ναό», εν μέσω οικονομικής εξαθλιώσεως, αυτοκτονιών, δολοφονιών και γενικά καταρρεύσεως της χώρας.
1. Αλλά, ω σεις, που περιφέρετε μιαν ξεμωραμένη αυτάρκεια ως σοφία, δεν διαβάσατε τι λέγει το σοφό «Α΄ Άρθρον» του Τάματος του Έθνους περί ανεγέρσεως Ναού, το οποίον, εσείς οι ίδιοι, τοποθετήσατε εν αρχή της Αποφάσεώς σας;
Λέγει το Άρθρον:
«Όταν η τοπική περιφέρεια της Ελλάδος και η καθέδρα της Κυβερνήσεώς της κατασταθώσι οριστικώς και οι οικονομικοί πόροι του κράτους επιτρέψωσι, θέλει ανεγερθή κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως εις την καθέδραν αυτής Ναός επ’ ονόματι του Σωτήρος τιμώμενος»!
Τόσα χρόνια ευημερίας, αλλά και σπατάλης και καταχρήσεων με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις της Εκκλησίας, γιατί δεν θυμηθήκατε να πραγματοποιήσετε το Τάμα του Έθνους;
Τώρα, που οι καιροί δεν είναι κατάλληλοι και δεν εκπληρούν τον ρητόν Όρον των πατέρων μας, «όταν οι οικονομικοί πόροι του κράτους επιτρέψωσι», τώρα ενδιαφερθήκατε;
Τι κρύβεται πίσω από αυτήν την κίνηση;
Λαϊκισμός; (ενώ ξέρετε ότι δεν πρόκειται να κτισθεί).
Ανίεροι σχεδιασμοί των Οικουμενιστικών και παγκοσμιοποιητικών κύκλων; (για τους σκοπούς των).
2. Ώστε, αποφασίσατε την ανέγερση μεγαλοπρεπούς Ναού, Βυζαντινής Παραδόσεως;
Και ποίοι θα λειτουργεί μέσα εις αυτόν τον Ναόν;
Οι αιρετίζοντες Επίσκοποι Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, Μεσσηνίας Χρυσόστομος Σαββάτος, Δημητριάδος Ιγνάτιος Γεωργακόπουλος, ο ευνοών της δολοφονικές μεταμοσχεύσεις Μεσογαίας Νικόλαος και όλοι εσείς οι υπόλοιποι «κοινωνούντες και ανεχόμενοι αλλήλους και μη εν ομονοία ομολογούντες την ενότητα της πίστεως» και ευλογούμενοι υπό του προστάτου της παναιρέσεως του Οικουμενισμού κ. Βαρθολομαίου Αρχοντώνη;
Μήπως και οι καρδινάλιοι και οι Αγγλικανοί Αρχιεπίσκοποι, κατά το παράδειγμα του κ. Σαββάτου;

Αλλά, ω σεις, που αυτοαποκαλείσθε Άγιοι, δεν ανεγνώσατε ποτέ τον λόγον του αγίου Γρηγορίου, που σε παρόμοια κατάσταση, όταν κάποιοι άλλοι αιρετικοί κατείχαν τον θρόνον της Βασιλεύουσας έγραψε:
«Έχουσιν ούτοι (οι αιρετικοί) τους οίκους, ημείς τον ένοικον· ούτοι τους ναούς, ημείς τον Θεόν∙ …ούτοι θράσος, πίστιν ημείς»;
Αποκηρύξατε την παναίρεσιν του Οικουμενισμού και τους εν ημίν προστάτες της αιρέσεως και κατόπιν να ενδιαφερθείτε για μέγαρα και μεγαλοπρεπείς ναούς.
 
Θυμηθείτε τον προφήτη, ο οποίος εκ μέρους του Θεού έγραψε ότι μισεί ο Θεός τις θυσίες που προσφέρονται από Πατριάρχες που έχουν μιάνει τας χείρας των, δωρίζοντες τα Κοράνια που υβρίζουν τον Δεσπότην Χριστόν, ονομάζοντάς τα Άγια και συμπροσευχόμενοι με όλους τους αιρετικούς:
«μεμίσηκα άπωσμαι εορτάς υμών και ου μη οσφρανθώ εν ταις πανηγύρεσιν υμών ...ου προσδέξομαι αυτά και σωτηρίου επιφανείας υμών ουκ επιβλέψομαι... (διότι) ανελάβετε την σκηνήν του μολόχ και το άστρον του θεού Ραιφάν».

ΠΗΓΗ: Αποτείχιση

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012


ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ και ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΕΡΓΑΜΟΥ κ. ΙΩΑΝΝΗ ΖΗΖΙΟΥΛΑ
ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ ΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Τί ἀπαντᾶ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Περγάμου κ. Ἰω. Ζηζιούλα
Διερχόμαστε τὴν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς, τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ οἱ ἱερὲς Ἀκολουθίες, τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα μᾶς βοηθοῦν νὰ προσεγγίσουμε τὸ μυστήριο καὶ νὰ οἰκειωθοῦμε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πῶς, ὅμως, εἶναι δυνατὸν νὰ δέχεται κανεὶς τὴν θείαν χάρη, παριστάμενος σὲ ἑορτασμούς, καὶ μάλιστα πανηγυρικούς, γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν γνωρίζει γιὰ τὴν ἀσέβεια πρὸς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἔχει ἐκφράσει ὁ μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας;
Ὅταν ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ ἄν βραβεύεται ὁ κ. Ζηζιούλας, ἀντὶ νὰ ἐλεγχθεῖ γιὰ τὶς κακοδοξίες του; Καὶ μάλιστα, ὅταν βραβεύεται, ὄχι ἀπὸ ἕνα σύλλογο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ μέλος τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας, μητροπολίτη Βόλου κ. Ἰγνάτιο καὶ τὴν ὑπὸ τὴν προεδρία του Θεολογική(!) Ἀκαδημία;
Ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι, ἐνῶ ἔχει κατατεθεῖ καταγγελία στὴν Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὶς βλασφημίες τοῦ κ. Ζηζιούλα, ἀντὶ νὰ ἐρευνήσουν τὸ θέμα καὶ νὰ δώσουν ἀπάντηση στοὺς 300 περίπου καταγγέλλοντες, ἀπαντοῦν διὰ τῆς σιωπῆς(!), περιφρονοῦντες σκαιῶς τὰ μέλη αὐτὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν ἐπέκταση τῆς αἱρέσεως;
Ὅταν ὁ μητροπολίτης Περγάμου (σὰν νὰ μὴ συμβαίνει τίποτα) παρίσταται καὶ πάλι «θριαμβευτικὰ» στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία Βόλου καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ κ. Ἰγνάτιου «διδάσκει» μὲ αὐθεντία τοὺς πιστούς, ὁ «μή ἐν αἰσθήσει καί γνώσει λαβὼν τήν χάριν τοῦ Πνεύματος μηδέ διδακτός Θεοῦ γενόμενος δι᾿ αὐτῆς, μηδέ λόγον λαβὼν σοφίας καί γνώσεως ἄνωθεν, τά δέ τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν ἀναιδῶς διερμηνεύων... τῇ ψευδωνύμῳ γνώσει πρός τοῦτο χρώμενος»; (Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Βίβλος τῶν Ἠθικῶν, ιβ΄).
Παραθέτουμε α) τὶς κακόδοξες θέσεις τοῦ μητροπολίτη κ. Ζηζιούλα καὶ στὴν συνέχεια παραθέτουμε συμπληρωματικά, β) ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πατερικὰ κείμενα ποὺ ἕως τώρα ἔχουμε καταθέσει καὶ ἀποδεικνύουν τὶς αἱρέσεις του, καὶ νέα κείμενα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ποὺ καταδεικνύουν ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ κ. Ζηζιούλα εἶναι κακόδοξη καὶ ἀποτελεῖ ἀσέβεια πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Τὀ δυστύχημσα εἶναι πώς, παρόλο ποὺ ὑπεδείχθη ἡ κακοδοξία του, ὄχι μόνο δὲν προσπάθησε νὰ δώσει κάποιες ἐξηγήσεις, ἀναιρώντας τὶς κατηγορίες, ἢ νὰ δικαιολόγησει τὶς θέσεις του (ὅπως τουλάχιστον ἔκαναν ὅλοι οἱ αἱρετικοί), ἀλλὰ ἐπιδεικνύοντας μιὰ ἀδικαιολόγητη περιφρόνηση πρὸς αὐτοὺς ποὺ τοῦ προσάγουν πατερικὰ κείμενα (τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὶς ἄστοχίες του) συνεχίζει νὰ διδάσκει τὶς βλασφημίες του.
Εἶναι τόσο σίγουρος ὅτι ἡ παναιρετικὴ οἰκουμενιστικὴ φατρία τῆς ὁποίας εἶναι ὁ μέντωρ, ἔχει πλέον ἐπιβληθεῖ-ἐπικρατήσει, ὥστε, δὲν χρειάζεται κἀν νὰ δίδει ἐξηγήσεις στοὺς ἀντιδρῶντες; (ἐπειδὴ αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὴν δύναμη νὰ τὴν ἐμποδίσουν;). Θεωρεῖ ὅτι ἡ πατριαρχικὴ «εὐλογία» γιὰ τὸ φθοροποιὸ ἔργο του καὶ ἡ ἀνοχὴ τῶν ἑλλαδιτῶν ἐπισκόπων (ἀνοχὴ ποὺ τοὺς καθιστᾶ συνυπεύθυνους) ἔχει ἄρει κάθε ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐπέκταση –μὲ ταχύτατους ρυθμούς, πλέον– τῶν δαιμονικῶν οἰκουμενιστικῶν σχεδιασμῶν;
Ὅ,τι κι ἂν νομίζει ἢ πιστεύει, ἔχει ξεχάσει τὸ σημαντικότερο: ξεχνᾶ, πὼς ἔρχεται κάποια στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς –ὁ Ὁποῖος ὅλους μᾶς ἀνέχεται πρὸς καιρὸν– ἐπεμβαίνει δραστικά. Καὶ «φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος». Διὸ καὶ παράκλησή μας, νὰ οἰκονομήσει τὸ Παράκλητον Πνεῦμα τὴν μετάνοιά μας, δι’ εὐχῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων ποὺ μεθαύριο ἑορτάζουμε.
Α) Παραθέτουμε, πρῶτα, τὶς κακόδοξες θέσεις τοῦ Περγάμου κ. Ζηζιούλα:
 «Ὁ πρῶτος λοιπὸν αὐτομάτως γεννᾷ τὴν Ἱεραρχία. Ὀντολογικὰ ἡ Ἱεραρχία ὑπάρχει καὶ στην Ἁγία Τριάδα. Ἡ πηγή, ἡ Ἀρχή, εἶναι ὁ Πατήρ, ἀπὸ ’κεί πηγάζουν τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στὴν Ἁγία Τριάδα, λοιπόν, ἔχουμε μία διαβάθμιση, δὲν ἔχουμε αὐτόματη συνύπαρξη, ἀλλὰ ἔχουμε ὕπαρξη ἡ ὁποία μεταφέρεται ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον. Ἐὰν βάλουμε τὰ πρόσωπα νὰ ἐμφανίζονται ἔτσι ταυτόχρονα, τότε καταργοῦμε τὴν ἔννοια τῆς αἰτιότητος. Ἡ αἰτιότητα δὲν εἶναι κάτι ποὺ μποροῦμε νὰ παραβλέψουμε.
»Ὁ πρῶτος ἔχει τὴν τιμὴ καὶ προηγεῖται μόνο γιατὶ ἐλεύθερα τὸν ἀποδέχονται οἱ μετ’ αὐτόν. Τὸ πρότυπο τῆς εὐχαριστιακῆς ἱεραρχίας εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, στὴν ὁποία σαφῶς καὶ ὑπάρχει ἱεραρχία (βλ. «ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστι»), ἀλλὰ ἡ προσωπικὴ ἱεράρχηση (ποτὲ π.χ. δὲν μποροῦμε νὰ βάλουμε πρῶτο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἢ τρίτον τὸν Υἱό), δὲν συνεπάγεται μείωση τῆς οὐσίας, δηλαδὴ ὀντολογικὴ ἱεράρχηση: τὰ τρία πρόσωπα εἶναι ἴσα καὶ ταυτίζονται κατὰ τὴν οὐσία Ἡ ἱεράρχηση στὸ προσωπικὸ ἐπίπεδο (ὁ Πατὴρ αἴτιος, ὁ Υἱὸς αἰτιατόν, τὸ Πνεῦμα αἰτιατὸν διὰ τοῦ αἰτιατοῦ) δεν αἴρει τὴ βασικὴ καὶ κατ’ οὐσίαν ἰσότητα τῶν Τριαδικῶν προσώπων». [σ.σ.: Ἐδῶ ἀκριβῶς συναντᾶμαι τὴν θεολογία τοῦ filioque καί, ἑπομένως, ὅλη ἡ εὐχαριστιακή θεολογία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴ τῆς προσωπικῆς ἱεράρχισης, εἶναι ἐφαρμογὴ τῆς αἱρέσεως τοῦ filioque. Διότι στὴν πατερικὴ διδασκαλία αἴτιο εἶναι καὶ τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγ. Τριάδος. Κύριος αἴτιος τῆς υἱοθεσίας μας (στὴν ἐνσάρκωση) εἶναι ὁ Κύριος, αἴτιος τῆς ἀληθείας (Πεντηκοστή) εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα]. Καὶ συνεχίζει ὁ κ. Ζηζιούλας: «Τὸ ἴδιο καὶ μέσα στὴν εὐχαριστιακὴ κοινότητα, καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν Ἐκκλησία, ὅλοι εἶναι ἐξ ἴσου μέλη τοῦ σώματος καὶ ὅλοι ἔχουν ἀνάγκη ἀλλήλων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλοι τὸ ἴδιο. Ἡ ἔννοια τῆς κεφαλῆς ταυτίζεται ἀπὸ τὸν ἀπ. Παῦλο καὶ εἰσάγεται καὶ στὸ εὐχαριστιακὸ καὶ κανονικὸ λεξιλόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀκριβῶς γιατὶ οἱ ρίζες της βρίσκονται στὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα, τῆς ὁποίας εἰκόνα εἶναι ἡ Ἐκκλησία» (Ζηζιούλα Ἰω, «Εὐχαριστία καὶ Κόσμος», Ὁμιλία στὴν Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου, 2008).
Β) Ἀκολουθοῦν: ἡ μετάφραση ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ποὺ ἀναιροῦν τὶς θέσεις τοῦ κ. Ζηζιούλα καὶ στὴ συνέχεια τὸ ἀρχαῖο  κείμενο.
ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΛΟΓΟΣ Α΄.
Μετάφραση:
(Ι) «Ἐὰν πράγματι εἴπῃς, ὅτι τὸ Πνεῦμα ἀριθμεῖται εἰς τὴν σειρὰν μετὰ τὸν Υἱόν, τὸ ὁποῖον σοῦ φαίνεται ὡς τὸ ἀσφαλέστερον ἐπιχείρημα, ὅπως δὲ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἐγώ, δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἐσφαλμένον ἀπὸ τὰ ἄλλα, καὶ ἐκεῖνα θὰ σοῦ δείξουν ὅτι ἐνίοτε ὁ Υἱὸς ἀναφέρεται μετὰ τὸ Πνεῦμα, ὅτι δηλαδὴ προαριθμεῖται τὸ ἅγιον Πνεῦμα... Ἡμεῖς δὲ λέγομεν τὸν Πατέρα οὔτε προκαταρκτικὸν οὔτε πρῶτον αἴτιον ἐπὶ τοῦ Πνεύματος, ὅπως σεῖς, δεύτερον δὲ τὸν Υἱόν, ἂν καὶ λόγῳ τοῦ δημιουργικοῦ αἰτίου οὕτω καλεῖται ὁ Υἱός. Καὶ ἐπειδὴ δι’ αὐτὸ καλεῖται οὕτως, ἐνίοτε ἀπὸ τοὺς θεολόγους  καλεῖται οὕτω καὶ ὅταν ὁμιλοῦν περὶ τῶν ἀκτίστων, ὅπως καὶ Πατὴρ καλεῖται λόγῳ τοῦ Υἱοῦ. Ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ ὅταν ὁμιλοῦμεν διὰ τὰ κάτω οὕτω τὸν ὀνομάζομεν· διότι δὲν λατρεύομεν πρῶτον μὲν Θεὸν τὸν Πατέρα, δεύτερον δὲ τὸν Υἱόν, τρίτον δὲ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, ὥστε πάντοτε μετὰ τὸ πρῶτον νὰ λέγωμεν τὸ δεύτερον καὶ μετ’ αὐτὸ τὸ τρίτον, ὑπερβάλλοντες ἀναγκαστικῶς εἰς τάξιν τὰ ὑπερβαίνοντα πᾶσαν τάξιν ὅπως καὶ πᾶσαν ἄλλην κατάστασιν (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔργα 1, Πατερικαὶ Ἐκδ. “Γρ. Παλαμᾶς”, σελ. 145).
(ΙΙ) «33. Πράγματι ὁ χρυσοῦς εἰς τὴν γλῶσσαν Ἰωάννης ...λέγει· “ἂς κηρύττεται τὸ ἅγιον Πνεῦμα· ἂς ὑψώνεται ὁ μονογενής· ἂς δοξάζεται ὁ Πατήρ. Κανεὶς ἂς μὴ νομίζῃ ὅτι ἔχει ἀνατραπῆ ἡ ἀξία, ἂν μνημονεύωμεν πρῶτον τὸ Πνεῦμα, ἔπειτα τὸν Υἱόν, ἔπειτα τὸν Πατέρα· ἢ πρῶτον τὸν Υἱόν, ἔπειτα τον Πατέρα· διότι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τάξιν, ὄχι ὡς ἄτακτος ἀλλ’ ὡς εὑρισκόμενος ὑπεράνω τάξεως. Οὔτε σχῆμα ἄλλωστε ἔχει ὁ Θεός, ὄχι ὡς ἀσχήμων, ἀλλ’ ὡς ἀσχημάτιστος” (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τὸ ρητὸν τοῦ Ἀβραάμ 2, PG 56, 56, 555)» (ὅπ. παρ., σελ. 145).
(ΙΙΙ) «Ὑπεράνω τάξεως λοιπὸν ὁ Θεός, ἀλλ’ ὄχι ὑπὸ τάξιν. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ καὶ τάξις ἐπὶ τοῦ Θεοῦ λόγῳ τοῦ τρισυποστάτου τῆς θεότητος, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶναι γνωστὴ διότι εἶναι ἐπάνω ἀπὸ πᾶν εἶδος τάξεως. Βεβαίως γνωρίζομεν τάξιν κατὰ τὴν ἐκφώνησιν, διδαχθέντες ἀπὸ τὴν θεόπνευστον Γραφήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν διδασκόμεθα εὐσεβῶς ὅτι αὕτη ἐναλλάσσεται. Τὴν δὲ ἐνυπάρχουσαν ἐκ τῆς φυσικῆς ἀκολουθίας, καὶ μάλιστα εἰς τὰ δύο πρόσωπα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, δὲν γνωρίζομεν καθόλου. Διὸ καὶ ὁ θεολογικώτατος τῶν Γρηγορίων εἰς τὸν δεύτερον εἰρηνικὸν λέγει, “οὕτω φρονοῦμεν καὶ οὕτω δεχόμεθα, ὅτι ποίαν σχέσιν καὶ τάξιν ἔχουν τὰ πρόσωπα ταῦτα, πρέπει νὰ τὸ ἀφήνωμεν εἰς τὴν Τριάδα νὰ τὸ γνωρίζῃ καὶ εἰς τοὺς κεκαθαρμένους εἰς τοὺς ὁποίους θὰ τὸ ἀποκαλύψῃ ἡ Τριὰς ἢ τώρα ἢ ὕστερα” (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 23, 11)»  (ὅπ. παρ., σελ. 145, 147).
(ΙV) «Βεβαίως γνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν παραδεδεγμένην τάξιν ἐπὶ τοῦ Θεοῦ· ὅτι δηλαδὴ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ὁμοῦ ἐκ τοῦ ἀϊδίου, ὑπάρχοντα εἰς ἄλληλα καὶ εἰς ἄλληλα ἀνήκοντα καὶ δι’ ἀλλήλων προβαίνοντα ἀσυγχύτως καὶ ἀμιγῶς... Τὴν ἄλλην ὅμως τάξιν, ἡ ὁποία θέτει τὸ ἅγιον Πνεῦμα δεύτερον ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τρίτον δὲ ἐκ τοῦ Πατρός, οὔτε ἡμεῖς γνωρίζομεν οὔτε οἱ διδάσκαλοι καὶ προασπισταὶ τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουν... Διὰ τοῦτο τὸ Πνεῦμα λέγεται μετὰ τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρός· ἐπειδὴ δηλαδὴ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προφέρωμεν συγχρόνως διὰ τῆς γλώσσης καὶ τὰ δύο, ὅπως ἀκριβῶς προῆλθον ἐκ τοῦ Πατρός, ἐὰν θέσωμεν τὸ Πνεῦμα συναπτόμενον μὲ τὸν Πατέρα πρὸ τοῦ Υἱοῦ, τὸ Πνεῦμα θὰ ἐφαίνετο Υἱός...» (ὅπ. παρ., σελ. 149, 151).
(V) «Διότι ὅλα τοῦ Πατρός ἔχουν ἐξ ἴσου ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα πλὴν τῆς αἰτίας, ἡ ὁποία συμπεριλαμβάνει ἀμφοτέρας τὰς ὑπαρκτικὰς καθ’ ὑπόστασιν διαφοράς. Διὰ τοῦτο ἐνίοτε θέτομεν τὸ Πνεῦμα πρὸ τοῦ Υἱοῦ, μολονότι σπανιώτερον, συχνότερον δὲ μετὰ τὸν Υἱὸν καὶ τοῦτον μετὰ τὸν Πατέρα...» (ὅπ. παρ., σελ. 157).
(VΙ) «36. Ὁ Εὐνόμιος δὲ καὶ μετ’ αὐτὸν οἱ λατινόφρονες, μὴ ἀκούσαντες μὲ σύνεσιν τὴν τοιαύτην πρὸς τὸν Θεὸν εὐχαριστίαν τῶν πατέρων καὶ μὴ δυνηθέντες νὰ κατανοήσουν τὴν μέθοδον κατὰ τὰς ἀντιρρήσεις πρὸς τοὺς ἑτερόδοξους, συνήγαγον ἀπὸ ἐδῶ κακῶς ὅτι τὸ ἅγ. Πνεῦμα εἶναι τρίτον ἀπὸ τὸν Πατέρα. Δὲν κατανόησαν οὔτε αὐτό, ὅτι ἂν συνέβαινε τοῦτο καὶ διὰ τούτου ἐδεικνύετο ἡ φυσικὴ τάξις τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τοῦ θείου Πνεύματος πρὸς τὸν Υἱόν, δὲν θὰ ἐτίθετο ἐνίοτε ὁ Υἱὸς μετὰ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον προαριθμεῖται, ἀφ’ ὅσον ἡ συνεκφώνησις τῶν τριῶν προσκυνητῶν προσώπων ἐναλλάσεται εἰς τὴν θείαν Γραφήν, καθὼς καὶ ὁ Μέγας εἰς τὴν θεολογίαν Γρηγόριος λέγει, ὅτι “τὰ ἴδια καὶ προαρθμοῦνται καὶ ὑπαριθμοῦνται εἰς τὴν Γραφὴν λόγῳ τῆς ἰσοτιμίας τῆς φύσεως (Λόγος 31, 20)». Καὶ ἀλλοῦ (συνεχίζει ὁ ἅγ. Γρηγόρος ὁ Παλαμᾶς), ὁ ἴδιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «Θεολόγησε μαζὶ μὲ τὸν Παῦλον..., ἄλλοτε μὲν συναριθμοῦντα τὰς τρεῖς ὑποστάσεις, καὶ μάλιστα κατὰ ἐναλλακτικὴν σειράν, χωρὶς νὰ τηρῇ αὐστηρῶς τὴν τάξιν, προαριθμοῦντα, ἐναριθμοῦντα, ὑπαριθμοῦντα τὸ ἴδιον (Λόγος 34, 15)» (ὅπ. παρ.,  σελ. 157-159).
(VΙΙ) «Χωρὶς νὰ λαμβάνει αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν ὁ Εὐνόμιος καὶ τὸ γένος τῶν Λατίνων, ἐδογμάτισαν κακῶς ὅτι τὸ ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τρίτον εἰς τὴν τάξιν καὶ τὸ ἀξίωμα, ὄχι κατὰ τὴν ὁμολογίαν τάξιν ἀλλὰ κατὰ τὴν φυσικήν. Ἀπὸ ἐδῶ βέβαια ὁ μὲν Εὐνόμιος ἐδογμάτισεν ὅτι εἶναι τρίτον ἀπὸ τὸν Πατέρα κατὰ τὴν φύσιν, ὡς διαφέρον δῆθεν κατ’ αὐτὴν ἀπὸ ἀμφότερα, οἱ δὲ Λατῖνοι κατασκευάζουν ὅτι τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ» (ὅπ. παρ., σελ. 159).
(VΙΙΙ) «37. Ἡμεῖς δέ μαζὶ μὲ τοὺς ἱεροὺς Πατέρας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον θέτομεν τὸ Πνεῦμα μετὰ τὸν Υἱὸν καὶ τοῦτον μετὰ τὸν Πατέρα, οὕτως ὥστε καθ’ ὅλα νὰ ἀποδίδωμεν συντομωτάτην τὴν δοξολογίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν καὶ τὴν ἀνάμνησιν διὰ τὰ τρία μέγιστα ὑπὲρ ἡμῶν ἔργα καὶ τὰς θεοπρεπεῖς καὶ προνοητικωτάτας οἰκονομίας· ὄχι διότι εἶναι δεύτερα καὶ τρίτα εἰς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξίαν –ἀφοῦ εἶναι ὁμότιμα– οὔτε διότι καθιστῶμεν τὴν δυάδα ἀρχὴν τοῦ ἑνὸς οὔτε διότι ἀναφέρομεν εἰς τὴν δυάδα τὸ ἕν, ἀλλὰ διότι εἷς εἶναι δι’ ἡμᾶς ὁ Θεός, ἀφοῦ  ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα ἀναφέρονται εἰς ἓν αἴτιον, ἀπὸ μόνον τὸν ὁποῖον ἔχει καὶ τὴν ὕπαρξιν ἑκάτερον αὐτῶν...» (ὅπ. παρ., σελ. 159).
(ΙΧ) «33. Ἔπειτα, ὁμιλοῦντες περὶ τῆς τάξεως ἐντὸς τοῦ Θεοῦ, ἀπεδείξαμεν ὅτι δὲν εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἁγίους ποίαν σχέσιν ἀπὸ ἀπόψεως τάξεως ἔχουν μεταξύ των ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα» (ὅπ. παρ., σελ. 177).
(Χ) «36. Ἐπίσης δεικνύομεν ὅτι μὴ ἀκούσαντες συνετῶς τοῦτο παλαιότερον ὁ Εὐνόμιος καὶ ὕστερον οἱ Λατινόφρονες ἐδογμάτισαν τὸ ἅγιον Πνεῦμα τρίτον ἀπὸ τὸν Πατέρα· καὶ ἐν συνεχείᾳ προεδογμάτισαν ὁ μὲν Εὐνόμιος ὅτι εἶναι τρίτον καὶ κατὰ τὴν φύσιν, οἱ δὲ Λατῖνοι ὅτι ἔχει τὴν ὕπαρξιν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ» (ὅπ. παρ., σελ. 179).
 Κείμενο:
(Ι) «Εἰ γάρ ὅτι μετά τόν Υἱόν λέγεται τό Πνεῦμα ὑπαριθμούμενον ἐρεῖς, ὅ σοι δοκεῖ τῶν ἐπιχειρημάτων ἀσφαλέστερον, ὡς ἔγωγ᾿ ἄν φαίην οὐχ ἧττον τῶν ἄλλων σφαλερόν, κἀκεῖνοί σοι τόν Υἱόν δείξουσιν, ἔστιν οὐ λεγόμενον μετά τό Πνεῦμα, προαριθμουμένου δηλαδή τοῦ ἁγίου Πνεύματος... Οὐδὲ γὰρ προκαταρκτικόν, οὐδὲ πρῶτον αἴτιον ἐπὶ τοῦ Πνεύματος, ὡς ὑμεῖς, τὸν Πατέρα λέγομεν, δεύτερον δὲ τὸν Υἱόν, εἰ καὶ διὰ τὸ δημιουργικὸν αἴτιον ταῦτα καλεῖται ὁ Πατήρ. Κἀκεῖθεν οὕτω κεκλημένος, ἔσθ᾿ ὅτε παρά τῶν θεολόγων οὕτως ὀνομάζεται καί περί τῶν ἀκτίστων τόν λόγον ποιουμένων, ὥσπερ καί Πατήρ διά τόν Υἱόν καλεῖται. Ἀλλ᾿ ἔσθ᾿ ὅτε καί περί τῶν κάτω ποιούμενοι τούς λόγους, οὕτω τοῦτον ὀνομάζομεν˙ οὐδέ γάρ πρῶτον μέν Θεόν τόν Πατέρα σέβομεν, δεύτερον δέ τόν Υἱόν, τρίτον δέ τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἵν᾿ ἀεί τό δεύτερον μετά τό πρῶτον λέγωμεν καί μετ᾿ αὐτό τό τρίτον, ὑπό τάξιν ἐξ ἀνάγκης ἄγοντες τά ὑπεράνω τάξεως, ὥσπερ καί τῶν ἄλλων πάντων ((Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔργα 1, Πατερικαὶ Ἐκδ. “Γρ. Παλαμᾶς”, σελ. 144).
(ΙΙ) «33. Ὁ γάρ χρυσοῦς τήν γλῶτταν Ἰωάννης ...φησί˙ “κηρυττέσθω Πνεῦμα ἅγιον˙ ὑψούσθω ὁ μονογενής˙ δοξαζέσθω ὁ Πατήρ. Μηδείς ἀνατετράφθαι τήν ἀξίαν νομιζέτω, εἰ Πνεύματος πρῶτον μνημονεύομεν, εἶτα Υἱοῦ, εἶτα Πατρός˙ ἤ Υἱοῦ πρῶτον, εἶτα Πατρός. Οὐ γάρ ἔχει τάξιν ὁ Θεός, οὐχ ὡς ἄτακτος, ἀλλ᾿ ὡς ὑπέρ τάξιν ὤν. Οὐδέ γάρ σχῆμα ἔχει ὁ Θεός, οὐχ ὡς ἀσχήμων, ἀλλ᾿ ὡς ἀσχημάτιστος”» (ὅπ. παρ., σελ. 144).
(ΙΙΙ) «Ὑπέρ τάξιν οὖν, ἀλλ᾿ οὐχ ὑπό τάξιν ὁ Θεός. Εἰ δ᾿ ἔστι καί τάξις ἐπί τοῦ Θεοῦ διά τό τρισυπόστατον τῆς θεότητος, ἀλλ᾿ οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἐγνωσμένη διά τό ὑπέρ πᾶν εἶδος τάξεως εἶναι. Τήν μέν γάρ κατά τήν ἐκφώνησιν τάξιν ἴσμεν, διδαχθέντες παρά τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, παρ᾿ ἧς καί ἐπαλλαττομένην ταύτην εὐσεβῶς διδασκόμεθα. Τήν δ᾿ ἐκ τῆς φυσικῆς ἀκολουθίας προσοῦσαν, καί μάλιστα τοῖς δυσί προσώποις, τῷ τε Υἱῷ καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, οὐδαμῶς ἴσμεν. Διό Γρηγορίων ὁ θεολογικώτατος ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Εἰρηνικῶν φησιν, “οὕτω φρονοῦμεν καί οὕτως ἔχομεν, ὡς ὅπως μέν ἔχει ταῦτα σχέσεώς τε καί τάξεως, αὐτῇ μόνῃ τῇ Τριάδι συγχωρεῖν εἰδέναι καί οἷς ἄν ἡ Τριάς ἀποκαλύψῃ κεκαθαρμένοις, ἤ νῦν ἤ ὕστερον” (ὅπ. παρ., σελ. 146, 148).
 (IV) «Ὅτι μέν γάρ ἅμα ἐξ ἀϊδίου ὁ Υἱός τε καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἐν ἀλλήλοις τε ὄντα καί ἀλλήλων ἐχόμενα καί δι᾿ ἀλλήλων ἀφύρτως τε καί ἀμιγῶς χωροῦντα· ...τήν δέ δεύτερον μέν ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τρίτον δέ ἀπό Πατρός τιθεῖσαν τό Πνεῦμα τό ἅγιον οὔθ᾿ ἡμεῖς ἴσμεν οὔτε οἱ διδάσκαλοι καί προασπισταί τῆς Ἐκκλησίας... Διά τοῦτο μετά τόν τοῦ Πατρός Υἱόν λέγεται τό Πνεῦμα˙ μή δυναμένων γάρ ἡμῶν ἄμφω προφέρειν διά γλώττης ἅμα, ὥσπερ ἄρα καί ἐκ τοῦ Πατρός προῆλθον, εἰ πρό τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα τῷ Πατρί συννημένον θείημεν, δόξαι ἄν Υἱός τό Πνεῦμα» (ὅπ. παρ., σελ. 148, 150).
(V) «Πάντα γάρ τοῦ Πατρός ὁμοίως ἔχει ὁ Υἱός τε καί τό Πνεῦμα ἄνευ τῆς αἰτίας, συμπεριβαλλούσης ἄμφω τάς ὑπαρκτικάς καθ᾿ ὑπόστασιν διαφοράς. Διό καί πρό τοῦ Υἱοῦ ἔστιν οὗ τίθεμεν τό Πνεῦμα, εἰ καί ὡς ἐπ᾿ ἔλαττον, ὡς δέ ἐπί πλεῖστον μετά τόν Υἱόν καί μετά τόν Πατέρα τοῦτον...» (ὅπ. παρ., σελ. 156).
(VΙ) «36. Εὐνόμιος δέ καί μετ᾿ αὐτόν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες μή συνετῶς ἀκηκοότες τῆς πρός τόν Θεόν τοιαύτης εὐχαριστίας τῶν Πατέρων καί τῆς ἐν ταῖς πρός τούς ἑτεροδόξους ἀντιρρήσεσιν οἰκονομίας μή δυνηθέντες συνιδεῖν, συνήγαγον κακῶς ἐντεῦθεν τρίτον ἀπό Πατρός εἶναι τό Πνεῦμα τό ἅγιον, μηδέ τοῦτο συνιδόντες, ὡς εἴγε  τοῦτο ἦν καί διά τοῦτο “ἡ φυσική τάξις τοῦ τε Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα καί τοῦ θείου Πνεύματος πρός τόν Υἱόν ἐδείκνυτο, οὐκ ἄν, ἐπαλλαττομένης ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ τῆς συνεκφωνήσεως τῶν τριῶν προσκυνητῶν προσώπων, ἔστιν οὗ μετά τό Πνεῦμα ὁ Υἱός ἐτίθετο, προαριθμουμένου δηλαδή τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καθάπερ καί ὁ πολύς ἐν θεολογίᾳ φησί Γρηγόριος, ὅτι “τά αὐτά καί προαριθμεῖται καί ὑπαριθμεῖται παρά τῇ Γραφῇ διά τήν ἰσοτιμίαν τῆς φύσεως...”. “Θεολόγησον, τοῦ πρός τρίτον οὐρανόν ἀναχθέντος, ποτέ μέν συναριθμοῦντος τάς τρεῖς ὑποστάσεις, καί τοῦτο ἐνηλλαγμένως, οὐ τετηρημένως ταῖς τάξεσι, προαριθμοῦντος, ἐναριθμοῦντος, ὑπαριθμοῦντος τό αὐτό”» (ὅπ. παρ., σελ. 156-158).
(VΙΙ) «Τούτων οὖν Εὐνόμιός τε καί τό τῶν Λατίνων γένος, μηδένα ποιησάμενοι λόγον, τρίτον εἶναι τῇ τάξει καί τῷ ἀξιώματι τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐδογμάτισαν, οὐ τῇ κατά τήν ὁμολογίαν τάξει ἀλλά τῇ φυσικῇ, κακῶς. Ὅ γε μήν Εὐνόμιος ἐντεῦθεν τρίτον ἀπό τοῦ Πατρός εἶναι καί τῇ φύσει, ὡς ἀμφοτέρων κατ᾿ αὐτήν διαφέρον, προσεδογμάτισεν, οἱ δέ Λατῖνοι καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τό Πνεῦμα τό ἅγιον κατασκευάζουσιν» (ὅπ. παρ., σελ. 158).
(VΙΙΙ) «37. Ἡμεῖς δέ σύν τοῖς ἱεροῖς πατράσιν ὡς ἐπί τό πλεῖστον τό Πνεῦμα μετά τόν Υἱόν τιθέαμεν καί μετά τόν Πατέρα τοῦτον, ἵνα τῶν τριῶν ὑπέρ ἡμῶν μεγίστων ἔργων καί θεοπρεπῶν καί προμηθεστάτων οἰκονομιῶν συντομωτάτην ἀποδιδῶμεν διά πάντων τήν δοξολογίαν καί τήν εὐχαριστίαν καί τήν ἀνάμνησιν˙ οὐχ ὅτι δεύτερα καί τρίτα τῇ τιμῇ καί τῇ ἀξίᾳ - καί γάρ ὁμότιμα – οὐδέ τήν δυάδα ποιοῦντες τοῦ ἑνός ἀρχήν, οὐδ᾿ εἰς τήν δυάδα ἀναφέροντες τό ἕν, ἀλλ᾿ εἷς ἡμῖν Θεός, εἰς ἕν αἴτιον καί Υἱοῦ καί Πνεύματος ἀναφερομένων, ἐξ οὗ μόνου ἔχει τήν ὕπαρξιν ἑκάτερον αὐτῶν...» (ὅπ., παρ., σελ. 158).
(ΙΧ) «Εἶτα περί τῆς ἐν Θεῷ τάξεως ποιησάμενοι τόν λόγον προσαπεδείξαμεν μή γνωστόν εἶναι τοῖς ἁγίοις, ὅπως ἔχει πρός ἄλληλα σχέσεώς τε καί τάξεως ὁ Υἱός τε καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον...» (ὅπ. παρ., σελ. 176).
(Χ) Καί ὅτι τοῦτο μή συνετῶς ἀκούσαντες Εὐνόμιός τε πρότερον καί οἱ λατινικῶς πεφρονηκότες ὕστερον, τρίτον ἀπό τοῦ Πατρός ἐδογμάτισαν τόν Πνεῦμα τό ἅγιον˙ κἀντεῦθεν ὁ μέν Εὐνόμιος τρίτον καί τῇ φύσει, Λατῖνοι δέ καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό εἶναι ἔχειν προσεδογμάτισαν» (ὅπ. παρ., σελ. 178).
«Φιλορθόδοξος Ἕνωσις “Κοσµᾶς Φλαµιᾶτος”»

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012


Η θυσία των Αγίων και οι συμπροσευχές Πατριάρχη


Οι διαφορές των αγίων Πατέρων
με τους σύγχρονους δήθεν «πατέρες»!
Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΕΔΩΛΙΟ ΤΗΣ «ΜΗΤΕΡΑΣ ΓΗΣ» ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΣΤΗΝ ΓΡΟΙΛΑΝΔΙΑ

Εις τον βίο του αγίου μάρτυρος Βασιλίσκου διαβάζουμε τα εξής:

«Ο ήγεμών προσέταξε νά οδηγήσουν αυτόν (τον άγιο) ευθύς εις τόν ναόν του Απόλλωνος, ίνα θυσιάση εις τά είδωλα και αν δέν ύπακούση, νά τόν θανατώσουν συντόμως.... ο δέ ΄Αγιος, πλησιάσας εις τόν βωμόν, ήρώτησε τους ίερείς πώς ώνομάζετο ο θεός των. Έκείνοι δέ είπον «Απόλλων». Και ο ΄Αγιος συνεπλήρωσεν «Ή επωνυμία του θεού σας σημαίνει την απώλεια εκείνων, οϊτινες πιστεύουσιν εις αυτόν. Διότι όσοι τόν προσκυνούσιν, άπόλλυνται αιωνίως».... Ο άγιος προσηυχήθη, κατήλθεν εξ ουρανού πυρ, όπερ κατέκαυσε τόν ναόν και συντρίψαν τό είδωλον του ψευδωνύμου θεού ως άμμον διεσκόρπισε. Βλέπων ο ήγεμών τό γενόμενον, εξήλθε του ναού, ενώ άπασα ή πόλις κατεταράχθη έκ του φόβου.... Ο Άγιος είπε: «Έγώ δεν προσκυνώ βδελύγματα άψυχων, άλλά τόν Θεόν μου τόν έπουράνιον....». Όθεν οι δήμιοι παρέλαβον αυτόν διά νά τόν θανατώσουν έξω της πόλεως, ευθύς δέ ως έφθασαν εις τόπον τινά Διοσκόρου καλούμενον, έκοψαν τήν τιμίαν αύτού κεφαλήν εις τάς κβ' (22) του μηνός Μαΐου».
Φαντάζεστε τον Πατριάρχη εις το Διαθρησκειακό συμπόσιον να ομολογούσε πράττοντας τα εξής:

«οδήγησαν αυτόν (τον Πατριάρχη) ίνα συμπροσευχηθή εις το είδωλο της «Μητέρας γης».... ο δέ Πατριάρχης, πλησιάσας εις τόν βωμόν, ήρώτησε τους ίερείς πώς ώνομάζετο η θεότητα του ειδώλου. Έκείνοι δέ είπον «Μητέρα γη». Και ο Πατριάρχης συνεπλήρωσεν «Ή επωνυμία της θεότητός σας σημαίνει τoν τόπον εις τον οποίο μονίμως θα υπάγετε! εις την γήν θα μείνετε και γή θα γίνετε, και όχι εις τον ουρανό, οϊτινες πιστεύουσιν εις αυτήν. Διότι όσοι προσκυνούσιν, θα μείνουν στη γή ως (χοικοί άνθρωποι) αιωνίως».... Ο Πατριάρχης προσηυχήθη, κατήλθεν εξ ουρανού πυρ, όπερ κατέκαυσε και συντρίψαν τό είδωλον της ψευδωνύμου θεότητος ως άμμον διεσκόρπισε. Βλέπων οι παρισταμένοι τό γενόμενον, εξήλθαν, ενώ άπασα ή πόλις κατεταράχθη έκ του φόβου.... Ο Πατριάρχης είπε: «Έγώ δεν προσκυνώ βδελύγματα άψυχων, άλλά τόν Θεόν μου τόν έπουράνιον....».
Αυτή είναι πραγματική ομολογία πίστεως και τέτοια θαύματα (και μεγαλύτερα) θα γίνονταν εαν υπήρχε η αληθινή πίστη των αγίων μας!!

Ταις του αγίου μάρτυρος Βασιλίσκου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς!
Πηγή: ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012


ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΘΗΡΩΝ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΘΗΡΩΝ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ



ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΕ,  ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΜΑΣ  ΑΠΑΙΤΟΥΝ
ΚΑΘΑΡΕΣ  ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ
ΔΕΝ  ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ  Η  ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ,
ΣΕ ΚΑΙΡΟ  ΑΙΡΕΣΕΩΣ
Μερικὲς ἑκατοντάδες ἀκαδημαϊκοὶ θεολόγοι, γιὰ χάρη τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐξελίξεώς τους –ὅπως μπορεῖ νὰ συμπεράνει κανεὶς παρακολουθώντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων– ἀφήνουν τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη νὰ κακοποιεῖται στὰ χέρια τῶν ὀλίγιστων αἱρετικῶν πανεπιστημιακῶν καθηγητῶν, διακινητῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Καὶ δυστυχῶς, αὐτοὺς τοὺς καθηγητές, οἱ περισσότεροι ἐπίσκοποι τοὺς ὑπολήπτονται ὑπερβολικὰ καὶ μερικοὶ συμπεριφέρονται ἀπέναντί τους μὲ τὸ κόμπλεξ τοῦ μαθητῆ, ἐπειδὴ αἰσθάνονται ἐλλιπεῖς ἀπέναντί τους στὸν τομέα τῆς ἐπιστημονικῆς κατάρτισης, καθόσον τὴν Πίστη τὴν ἀντιλαμβάνονται ὡς ἐξουσία καὶ γνώση καὶ ὄχι κυρίως ὡς θεία ἐμπειρία, καὶ ἐπειδή, ἐπίσης, δὲν εἶναι λίγοι οἱ ἐπίσκοποι ποὺ ἀγνοοῦν στὴν οὐσία τους τὰ δογματικὰ καὶ ἱεροκανονικὰ θέματα.  Ὡς ἐκ τούτου, θεωροῦν ἀδιακρίτως ὅλους σχεδὸν τοὺς πανεπιστημιακοὺς καθηγητές ὡς ὑπηρέτες τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης τῆς θεολογίας καὶ ἐλογιμότατους, καὶ τοὺς προσαγορεύουν μὲ κολακευτικὰ λόγια σὲ διάφορα συνέδρια, ἢ ὅταν τοὺς προσκαλοῦν γιὰ νὰ μιλήσουν στὸ λογικὸ ποίμνιό τους· κι αὐτὸ τὸ κάνουν, ἀσχέτως ἂν οἱ ἐν λόγῳ καθηγητὲς ἔχουν διατυπώσει ὀρθολογικὲς περὶ Πίστεως καὶ Ἐκκλησίας θέσεις, ἢ εἶναι ζηλωτὲς καὶ φανατικοὶ ὀπαδοὶ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Αὐτὴν τὴν θεολογική/ἀκαδημαϊκὴ ἀνεπάρκεια ἐπισκόπων τινῶν, ἐπανειλημμένως τὴν ἔχουν ἐπιβεβαιώσει πανεπιστημιακοὶ θεολόγοι, ἀφοῦ, ὅταν ἦσαν (οἱ ἐπίσκοποι), φοιτητές, ἐκλιπαροῦσαν τὴν βοήθειά τους, ὥστε νὰ πάρουν τὸ πτυχίο τῆς θεολογίας. Κατὰ τὴν μαρτυρία δὲ τοῦ μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεου, ὅταν σὲ συνεδρία Συνόδου προσπάθησε ὁ Ναυπάκτου νὰ ἀναλύσει θεολογικῶς κάποιο θέμα, εἰσέπραξε ἔκπληκτος τὴν διαμαρτυρία συνοδικῶν ἀρχιερέων: «Καλά, τοῦ εἶπαν, γιὰ νὰ ἀκούσουμε θεολογίες ἤρθαμε ἐδῶ;»!
Θὰ μνημονεύσουμε ἀκόμη, μία μαρτυρία θεολόγου-συνεργάτη μας, ὁ ὁποῖος, ὅταν παρότρυνε Μητροπολίτη μὲ ὀρθόδοξο φρόνημα (ἀλλὰ ἐκ φόβου(!) σιωπῶντα) νὰ ἀγωνισθεῖ κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: «Θέλω νὰ μιλήσω ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα. Θὰ μὲ κατατροπώσουν». Ὡσὰν ὁ Χριστὸς νὰ μὴν ἔχει πεῖ: «ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι» (Λουκ. 21, 14).
Αὐτοί, λοιπόν, οἱ καθηγητὲς μὲ τὴν ἀκαδημαϊκὴ πανοπλία ὡς ὅπλο, μὲ τὸν ὀρθολογισμὸ καὶ μὲ τὴν συστηματικὴ μέθοδο ὡς ἐφόδιο καὶ τὸν παντεπόπτη ἐπαινετικὸ ὀφθαλμὸ τοῦ Πατριαρχείου ὡς σκέπη –καὶ ὄχι μόνον–, φαντάζουν στὰ μάτια πολλῶν ἐπισκόπων ὡς «αὐθεντίες» καὶ ὡς αὐθέντες, ἐνώπιον τῶν ὁποίων παραλύει κάθε σκέψη ἀντίδρασης τῶν ὀρθοδόξως φρονούντων ἐπισκόπων (στὴν πλειονότητά τους), ἀλλὰ καὶ πολλῶν πιστῶν.
Κρίναμε ἀναγκαία αὐτὴν τὴν εἰσαγωγή, πρὶν παραθέσουμε τὴν ἀνοικτὴ ἐπιστολή ποὺ ἀκολουθεῖ, πρὸς τὸν Μητροπολίτη Κυθήρων κ. Σεραφείμ, σχολιάζοντας τὴν ἐπιστολή ποὺ προσφάτως (23/5/2012) ἀπέστειλε πρὸς τοὺς οἰκουμενιστὲς καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, γιατὶ διακρίναμε στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ἕνα δισταγμὸ νὰ διατυπώσει ξεκάθαρα Ὀρθόδοξο λόγο πρὸς τοὺς πανεπιστημιακοὺς καθηγητές, τοὺς αὐθέντες καὶ «κατακυριεύοντες» τῆς Πίστεως (Α' Πέτρ. 5, 3). Ἡ ἐπιστολή του εἶχε τίτλο «Ὀφειλομένη  ἀπάντησις πρός “θεράποντας τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστήμης τῆς Θεολογίας”».
Σεβασμιώτατε,
σφαλῶς ἀξίζετε ἐπαίνων καὶ συγχαρητηρίων, διότι τολμήσατε –ἐκεῖ ἔχουμε φτάσει!– νὰ ἀπαντήσετε στοὺς κατηγόρους σας οἰκουμενιστὲς καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. Τολμήσατε νὰ ἐπιβεβαιώσετε ὅτι, αἱρετικὲς οἰκουμενιστικὲς θεωρίες, διδάσκονται ἀπὸ Ἕλληνες Ἐπισκόπους(!) στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, καί, ἐπίσης, τολμήσατε νὰ καταγγείλετε τὶς αἱρετικὲς ἐνέργειες τοῦ Φαναρίου.
Ὅμως, ἐπειδὴ σὲ καμία περίπτωση δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διγλωσσία, ἰδιαιτέρως σὲ καιρὸ αἱρέσεως –καὶ μάλιστα ἐν ὄψει τῆς ἐσχατολογικῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ– διότι ἡ διγλωσσία, ὄχι μόνον ἀκυρώνει τὴν ἀξία ἑνὸς ἀγωνιστικοῦ κειμένου, ἀλλὰ καὶ διότι, διὰ τῆς συγχύσεως ποὺ προκαλεῖ στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἐνεργεῖ ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι’ αὐτὸ θεωροῦμε πὼς εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, Σεβασμιώτατε, νὰ μᾶς διευκρινίσετε κάποια διφορούμενα σημεῖα τῆς ἀπαντήσεώς σας στοὺς καθηγητές τοῦ Α.Π.Θ. ποὺ δημιουργοῦν εὔλογα ἐρωτήματα. Στὴν παροῦσα ἀνοικτὴ ἐπιστολή μας ἀρκούμαστε νὰ ἐπισημάνουμε ἐνδεικτικὰ μόνον τὰ παρακάτω.
1. Γράφετε, Σεβασμιώτατε, ὅτι πρέπει νὰ ἐνεργήσει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος γιὰ «τὴν ταχεία κατάργηση τῆς Οὐνίας... καὶ τὴν ἐν καιρῷ ἀναίρεσι ὅλων τῶν κακοδοξιῶν, αἱρετικῶν διδασκαλιῶν καὶ πεπλανημένων δοξασιῶν τῶν ἑτεροδόξων (π.χ. θεωρία τῶν κλάδων, θεωρία περὶ δύο πνευμόνων, θεωρία ὅτι ἐκτὸς Ἐκκλησίας ὑπάρχει Ἐκκλησία, θεωρία περὶ διῃρημένης Ἐκκλησίας καὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως μετὰ τὸ σχῖσμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας...)».
Μᾶς προκαλεῖ ἀπορία ἡ παραπάνω διατύπωση, Σεβασμιώτατε, γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους:
α) Ὅλες αὐτὲς οἱ αἱρετικὲς θεωρίες ποὺ ἀναφέρετε, ἐκφέρονται ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἑτερόδοξους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς «ὁμόδοξους» συνεπισκόπους σας. Π.χ., ἀπὸ τὸν «ὀρθόδοξο» συνεπίσκοπό σας, τὸν Μεσσηνίας κ. Σαββᾶτο, ὑποστηρίχθηκε ἡ μία ἀπὸ τὶς αἱρέσεις, τὶς ὁποῖες ἐσεῖς ἀποδίδετε σὲ ἑτερόδοξους· κι αὐτὴ εἶναι ἡ «θεωρία περὶ διῃρημένης Ἐκκλησίας», γιὰ τὴν ὁποία πρὸς στιγμὴν καὶ ἀντιδράσατε καὶ τὴν καταγγείλατε.
Ἐπίσης, ἡ «θεωρία τῶν κλάδων, ἡ θεωρία περὶ δύο πνευμόνων καὶ ἡ βαπτισματικὴ θεολογία» διδάσκονται καὶ προωθοῦνται ἀπὸ τὸν Περγάμου κ. Ζηζιούλα καὶ τοὺς περὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους.
Πῶς τώρα, αὐτὲς τὶς αἱρετικὲς θεωρίες, τὶς ἀποδίδετε μόνον στοὺς ἑτερόδοξους; Δὲν εἶναι σὰν νὰ καλύπτετε καὶ ἀθωώνετε τοὺς αἱρετικοὺς «ὁμόδοξους» συνεπισκόπους σας, ποὺ πρεσβεύουν αὐτὲς τὶς κακόδοξες θεωρίες καὶ τὶς διδάσκουν μάλιστα “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ” μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἐνεργώντας ἔτσι, διεξάγετε καθαρὸ καὶ ἀποτελεσματικὸ ἀγῶνα κατὰ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Ἔτσι ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, τῶν ὁποίων τὴν μνήμη πανηγυρικὰ ἑορτάζουμε; Ἢ μὲ «θυμὸν δικαιότατον ...τοὺς βαρεῖς ἤλασαν, καὶ λοιμώδεις λύκους, τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος, ἐκσφενδονήσαντες, τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος»;
β) Ἐφόσον, λοιπόν, καταγγέλλετε ὅτι ὑπάρχουν πολλὲς αἱρέσεις στὸν ὀρθόδοξο χῶρο, οἱ ὁποῖες διακινοῦνται ἀπὸ αἱρετικοὺς ἐπισκόπους ποὺ εἶναι μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πῶς εἶναι δυνατόν, ἐσεῖς ὡς Ὀρθόδοξος καὶ μάλιστα Ἐπίσκοπος νὰ τοὺς ἀνέχεσθε, νὰ συμπράττετε καὶ νὰ συμβιώνετε μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτοὺς συνεπισκόπους σας;
Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ αἱρετίζοντες ἐπίσκοποι δὲν ἔχουν καταδικαστεῖ ἀκόμη ἀπὸ Σύνοδο, αὐτὸ δὲν τοὺς κάνει ὀρθόδοξους. Ἀντίθετα αὐξάνει τὴν εὐθύνη τῶν ὑπόλοιπων Ἐπισκόπων νὰ ἀγωνίζονται, ὥστε νὰ διαφυλάξουν τὸ λογικὸ ποίμνιό τους ἀπὸ τὸ μόλυσμα τῆς αἱρέσεως, καὶ ὄχι νὰ τοὺς ἀποδέχονται, ἐνῶ ἔχουν διαπιστώσει ὅτι διδάσκουν κακόδοξες διδασκαλίες· διότι, μὴ ἀποκαλύπτοντας τὴν αἱρετική τους ἰδιότητα, προκαλοῦν ἐφησυχασμὸ στοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς δίδουν τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι καὶ οἱ αἱρετίζοντες ἀξιόπιστα πρόσωπα, πὼς εἶναι κι αὐτοὶ ποιμένες, ἐνῶ στὴν οὐσία εἶναι ψευδοποιμένες καὶ «λύκοι ἅρπαγες»!!!
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀγωνίζονταν κατὰ τῶν διδασκόντων κακόδοξα καὶ κατονόμαζαν τοὺς αἱρετικοὺς πρὶν συγκληθεῖ κάποια Σύνοδος γιὰ νὰ τοὺς καταδικάσει, συνιστοῦσαν δὲ στοὺς πιστοὺς νὰ τοὺς ἀποφεύγουν παντὶ τρόπῳ.
2. Ἐν ἀρχῇ τῆς ἀπαντήσεώς σας, Σεβασμιώτατε, δηλώνετε κατὰ τὸν πλέον ἐπίσημο τρόπο, ὅτι: «Οὐδεμία γραπτὴ ἢ προφορική μου μαρτυρία ὑφίσταται, ἡ ὁποία τάσσεται κατὰ τῶν διαχριστιανικῶν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων διαλόγων». Μὲ αὐτή σας τὴν τοποθέτηση θέλετε νὰ ἀποσείσετε τὴν κατηγορία ποὺ σᾶς προσῆψαν οἱ καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, ἐννοώντας προφανῶς (δι’ αὐτῆς τῆς τοποθετήσεώς σας), ὅτι εἶστε ὑπὲρ τῶν Διαλόγων.
Δὲν κατανοήσατε, ὅμως, Σεβασμιώτατε, ὅτι ἡ ἀπάντησή σας δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀκαδημαϊκοῦ χαρακτῆρος· γιὰ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ αὐξάνετε μὲ γεωμετρικὴ πρόοδο, δὲν ἀρκεῖ μιὰ θεωρητικὴ τοποθέτηση γενικὰ γιὰ τοὺς Διαλόγους, ἀλλὰ μιὰ τοποθέτηση γιὰ τοὺς συγκεκριμένους Διαλόγους καὶ τὸν ἀντι-εὐαγγελικὸ τρόπο ποὺ σήμερα διεξάγονται· γιὰ τοὺς Διαχριστιανικοὺς καὶ Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους ποὺ μὲ περισσὴ ἀσέβεια πρὸς τὶς ἐντολὲς τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τὴν διαχρονικὴ Παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας πραγματοποιοῦνται.
Ἄρα δὲν σᾶς ἐζητεῖτο ἡ τοποθέτησή σας γιὰ τὸ δέον γενέσθαι, ἀλλὰ ἡ ἐπὶ τοῦ πρακτέου ἐδῶ καὶ τώρα ποιμαντικὴ θέση καὶ καθοδήγησή σας πρὸς τὸ πλήρωμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν τοποθετηθήκατε, ἀλλὰ πάλι ἀπαντήσατε δίγλωσσα, προκαλώντας σύγχυση στοὺς πιστούς.
Γράφετε, ὅτι «βασική μου θέσις, ὡς καὶ παντὸς ὀρθοδόξου πιστοῦ, εἶναι ὅτι οἱ ἐν θέματι διάλογοι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀπροϋπόθετοι, δηλ. χωρὶς τὰς ἀναγκαίας καὶ ἀπαραιτήτους θεολογικὰς προϋποθέσεις, ὅπερ συμμερίζεται ἀπολύτως καὶ ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία. Οἱ διαχριστιανικοὶ διάλογοι δέον νὰ εἶναι τίμιοι, εἰλικρινεῖς καὶ ἀληθινοί».
Ἂς θεωρήσουμε σωστὴ αὐτὴ τὴν θεωρητικὴ τοποθέτησή σας κι ἂς ἔρθουμε στὴν πραγματικότητα, στὸν πόλεμο ποὺ ἔχουν κηρύξει οἱ οἰκουμενιστὲς κατὰ τῆς «εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν». Ρωτᾶμε:
α) Οἱ διεξαγόμενοι Διάλογοι πραγματοποιοῦνται μὲ «τὰς ἀναγκαίας καὶ ἀπαραιτήτους θεολογικὰς προϋποθέσεις»; Ἀσφαλῶς ὄχι, Σεβασμιώτατε. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο συμβαίνει. Πρῶτον δὲν εἶναι τίμιοι, δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς καὶ δὲν εἶναι ἀληθινοί! Μήπως θὰ μᾶς διδάξετε τὸ ἀντίθετο;
Γιὰ θυμηθεῖτε: Ἡ πρώτη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Διαλόγου ἀθετήθηκε σκανδαλωδῶς. Δὲν θὰ τὸ ἀρνηθεῖτε, γιατὶ εἶναι ἱστορικὸ γεγονός. Δηλαδή, ἐνῶ ἡ Πανορθόδοξος Διάσκεψη τῆς Ρόδου, ποὺ ἀποφάσισε γιὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Διαλόγου μὲ τοὺς Παπικούς, ἔθεσε ὡς ἀπαραίτητο ὅρο (προϋπόθεση), ὅτι γιὰ νὰ γίνει ὁ Διάλογος πρέπει νὰ καταργηθεῖ ἡ Οὐνία, ἡ Οὐνία, ὄχι μόνον δὲν καταργήθηκε, ἀλλὰ σὲ πρώτη φάση ἀναβαθμίστηκε, καὶ σὲ δεύτερη φάση οἱ Οὐνῖτες ...συμμετέχουν(!) πλέον στὸν Διαλόγο καὶ μάλιστα ἰσότιμα!!! Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀναφέρουμε καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀλλὰ μένουμε μόνον σ’ αὐτό, γιὰ νὰ μὴν ἐπεκταθοῦμε πολύ.
β) Ἡ διδασκαλία σύνολης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Σεβασμιώτατε, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, θέτει καὶ ἄλλη μία καθοριστικὴ προϋπόθεση γιὰ τοὺς Διαλόγους, ἡ ὁποία δὲν τηρεῖται. Κι αὐτὴ ἡ προϋπόθεση διατυπώνεται καὶ ἐκφράζεται διαυγέστατα στὴ γνωστὴ διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. γ΄ 10-11). Ἂν μάλιστα θέλετε αὐστηρότερη διατύπωση, θὰ ἀναφέρουμε ἐκείνη τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος, ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ τὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς αἱρετικοὺς διδάσκει: «Μὴ λέγετε αὐτοῖς χαίρειν». Καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας τίμησαν αὐτὴν τὴν προϋπόθεση καὶ τὴν ἐφάρμοσαν πλήρως καὶ διαχρονικῶς.
Ἀντίθετα, ἐνῶ ἐσεῖς μᾶς διαβεβαιώνετε, ὅτι αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, τάχα, τὶς «συμμερίζεται ἀπολύτως καὶ ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία», στὴν πράξη συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Οἱ Διάλογοι γίνονται καὶ μὲ τὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, παρόλο ποὺ οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες ἔχουν ἀπορρίψει ὄχι μόνο «μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν» ἀλλὰ ἑκατοντάδες νουθεσίες. Καὶ τὸ φοβερότερο (ποὺ ἀποκτᾶ σημασία ὕβρεως πρὸς τὸν Θεόν): ὄχι μόνον δὲν διορθώνουν οἱ Δυτικοὶ τὶς ἤδη ὑπάρχουσες αἱρέσεις τους, ἀλλὰ προσέθεσαν καὶ προσθέτουν συνεχῶς νέες αἱρέσεις!!!
Μπορεῖτε, Σεβασμιώτατε, νὰ μᾶς διαβεβαιώσετε ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, θὰ δέχονταν νὰ συμμετέχουν ἐπὶ δεκαετίες σὲ αὐτὸ τὸ καραγκιοζιλίκι ποὺ λέγονται Διαχριστιανικοὶ Διάλογοι;
Ἀκόμη· οἱ διαλεγόμενοι μαζί μας –τάχα «ἐπὶ ἴσοις ὅροις»– δὲν τηροῦν οὔτε αὐτὸν τὸν ὅρον τῆς ἰσότητος, ποὺ ἀπὸ συγκατάβαση ἀποδέχτηκε ἡ Ἐκκλησία μας (ὅπως ἔπεισαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία ὅτι πρέπει νὰ κάνει, οἱ οἰκουμενιστὲς “ὀρθόδοξοι” ἐκπρόσωποί μας). Καὶ ἐνῶ ἐμεῖς –κακῶς, κάκιστα– τοὺς δεχτήκαμε ὡς «ἀδελφὴ Ἐκκλησία», αὐτοὶ –ἀνταποδίδοντας «ἀντὶ τοῦ μάννα χολὴ»– μᾶς ὑποβάθμισαν σὲ «Ἐκκλησία μὲ ἐλλείψεις»!
Στὰ πλαίσια τοῦ Διαλόγου ἐπίσης, Σεβασμιώτατε, ξεχνᾶτε ὅτι ἀνάγκασαν παρασκηνιακὰ (παραπλανητικὰ) τὴν Ἐκκλησία μας νὰ γίνει ἱδρυτικὸ μέλος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν; Κάνουν λάθος ὅσοι ὑποστηρίζουν, ὅτι ἡ ἰσότιμη ἔνταξη τῆς Μίας Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σ’ ἕνα Συμβούλιο αἱρετικῶν «ἐκκλησιῶν», ἀκυρώνει πλῆθος εὐαγγελικῶν ἐντολῶν καὶ Ἱερῶν Κανόνων; Ἄραγε, δὲν ἀρνούμεθα –διὰ τῆς ἐντάξεως αὐτῆς– τὴν μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλη τὴν δισχιλιετῆ ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅπως διακήρυξαν οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, ὁ εὐσεβὴς κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τὸ 2004 στὴν Θεσσαλονίκη καὶ διαβάζουμε στὰ «Πορίσματα τοῦ Διορθοδόξου Συνεδρίου γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό»;
Ἔπειτα· ἀποτέλεσμα τῶν Διαλόγων δὲν εἶναι καὶ ἡ προδοσία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν 9η Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Porto Alegre (2006);  Ξεχνᾶτε ὅτι ἐκεῖ ἀποδεχτήκαμε (χωρὶς ἀντίδραση τῶν παρόντων ἐπισκόπων μας καὶ ἀργότερα τῆς Ἱ. Συνόδου) ὅτι τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀποτελοῦν ἀπὸ κοινοῦ οἱ 350 αἱρετικὲς “ἐκκλησίες” τοῦ Π.Σ.Ε.», ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες ἀριθμεῖται ὡς ἰσότιμος τῶν αἱρετικῶν καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ξεχνᾶτε ὅτι ἀποδεχτήκαμε ὅτι ἡ πληθώρα τῶν κακοδοξιῶν τῶν “ἐκκλησιῶν” τοῦ Π.Σ.Ε., εἶναι “διαφορετικοὶ τρόποι διατυπώσεως τῆς ἰδίας Πίστης καὶ ποικιλία Χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνευματος”!
Ἐνῶ, λοιπόν, αὐτὰ τὰ τραγελαφικὰ γεγονότα συμβαίνουν, μᾶς κρατεῖ ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία δεμένους, ἐκεῖ στὸ Π.Σ.Ε., καὶ ἔρχεσθε ἐσεῖς τώρα καὶ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡ «Ἁγία ἡμῶν Ἑλλαδική Ἐκκλησία» (κι ἐσεῖς ποὺ ταυτίζεσθε, ὅπως φαίνεται, μὲ τὴν στάση της) συμμερίζεται τὶς ὀρθόδοξες προϋποθέσεις τοῦ Διαλόγου;
Ἂν συμμεριζόταν ἡ Ἐκκλησία, Σεβασμιώτατε, τὶς ὀρθόδοξες προϋποθέσεις τοῦ διαλόγου, ἁπλούστατα δὲν θὰ συμμετεῖχε στὸ Π.Σ.Ε. Καμία ἀξία δὲν ἔχουν ὅσες διαβεβαιώσεις καὶ ἀνακοινώσεις ἐκδίδονται, ὅταν ἡ πράξη εἶναι ἀντίθετη.
γ) Τέλος, Σεβασμιώτατε, ρωτᾶμε: Δὲν γίνονται κατὰ τοὺς Διαλόγους συμπροσευχές, ποὺ συνιστοῦν κατάφορη  παράβαση τῶν Ἱ. Κανόνων; Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι γίνονται. Καὶ δυστυχῶς, αὐτὸ τὸ «συμμερίζεται ἀπολύτως καὶ ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία». Ἄρα,  δὲν συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο, ἀπ’ ἐκεῖνα ποὺ ἐσεῖς δηλώνετε; Ἀκόμη καὶ τότε ποὺ ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας πῆρε ἀπόφαση, νὰ μὴ λάβουν μέρος σὲ συμπροσευχὲς στὴν Κύπρο οἱ ἀντιπρόσωποί μας στὴν Μικτὴ Θεολογικὴ Ἐπιτροπή, ἐνθυμεῖσθε ὅτι, τὴν ἀπόφαση αὐτή, ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Σαββᾶτος τὴν ἔγραψε «στὰ παλιά του τὰ παπούτσια» καὶ συμπροσευχήθηκε μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς Οὐνῖτες στὴν Κύπρο! Καὶ ἡ «Ἁγία ἡμῶν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία» τὸν ἐτίμησε(!) γι’ αὐτό, διατηρώντας τον, τότε, ὡς ἐκπρόσωπό της στοὺς Διαλόγους, παρὰ τὶς πολλὲς καὶ ἔντονες διαμαρτυρίες καὶ καταγγελίες τῶν μελῶν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας!
Θὰ ἦταν παράλειψή μας, κλείνοντας, νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε μὲ μιὰ πρόταση στὸν Μητροπολίτη Ράσκας Ἀρτέμιο.
Δυστυχῶς ἡ διγλωσσία παρατηρεῖται καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεση τῆς ἄδικης, παράνομης καὶ ἀντικανονικῆς καθαιρέσεώς του, ἡ ὁποία ἀφορᾶ ὄχι μόνο τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ καὶ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Κι ἐσεῖς, τὸν ὑπερασπιστήκατε μὲν δι’ ἐγγράφων σας, ἀρνηθήκατε ὅμως νὰ τὸν συναντήσατε, ὅταν ἦρθε στὴν Ἑλλάδα, «διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ τοῦτο (ὅπως γράψατε) σύμπηξις παρασυναγωγῆς». Ὅμως κάνετε κάτι συγκριτικὰ χειρότερο (καὶ δὲν θέλετε νὰ τὸ ἐξετάσετε μὲ κριτήριο τὴν γραμμὴ τῶν Πατέρων, ἀλλὰ μὲ ἀνθρώπινη συλλογιστική): συλλειτουργεῖτε καὶ συναντᾶστε μὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι συμπροσεύχονται μὲ αἱρετικούς, μνημονεύουν αἱρετικοὺς καὶ διδάσκουν κακοδοξίες, ἐνῶ οἱ αἱρετικοὶ κατὰ τοὺς Πατέρες εἶναι ἀκοινώνητοι. Κι ἀκόμη, μὴ ξεχνᾶτε τὴν ἀπόφαση τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (στοὺς ὁποίους ἀνήκετε, Ἐγκύκλιος 2913/8-4-2011) διὰ τῆς ὁποίας ἀποδέχεται τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση κατὰ τοῦ Ἀρτεμίου!
Ἀλήθεια, Σεβασμιώτατε, ἂν δὲν γνωρίζαμε τὴν ἀγαθότητα τῶν προθέσεών σας, θὰ λέγαμε πὼς μᾶς περιπαίζετε. Ὅμως ἡ τοποθέτησή σας ἀποδεικνύει τὴν τεράστια καὶ καταλυτικὴ ἐπιρροὴ ποὺ ὁ Οἰκουμενισμὸς καὶ οἱ οἰκουμενιστὲς ἀσκοῦν ὄχι μόνον στὸ λογικὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ (ποὺ ὁ Κύριος σᾶς ἐμπιστεύθηκε), ἀλλὰ καὶ στοὺς εὐσεβεῖς ἐπισκόπους, ὥστε νὰ σᾶς κάνει νὰ βλέπετε μὲ καλὸ λογισμό, κραυγαλέες ἀντι-εὐαγγελικὲς πρακτικές.
Δὲν ἀρκοῦν μόνον τὰ λόγια καὶ τὰ κείμενα, κι αὐτὰ μάλιστα ἄτολμα, ἀσαφῆ, ἐπαμφοτερίζοντα, διπλωματικά. Χρειάζονται κυρίως ἔργα, ὥστε νὰ ἀφυπνιστεῖ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ –ποὺ οἱ προπαγανδιστὲς τῆς πανθρησκείας καὶ τοῦ Ἀντιχρίστου τὸν θέλουν πνευματικὰ νὰ καθεύδει– καὶ νὰ ἀντισταθεῖ ἐνεργὰ κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν οἰκουμενιστῶν. Χρειαζόμαστε πνευματικοὺς ταγούς, κατὰ Χριστὸν ὁδηγοὺς καὶ καθοδηγητὲς τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας Του καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, ὅπως ὑπῆρξαν καὶ ἔπραξαν οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ ρόλος τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου, τοῦ εἰς τόπον καὶ εἰς τύπον Χριστοῦ εὑρισκομένου· διότι αὐτὸν τὸν ρόλο ἀνέλαβε ἀπαράσαλευτα νὰ ὑπηρετεῖ μὲ φοβεροὺς ὅρκους καὶ ὑποσχέσεις πρὸς τὸν Κύριο.
Τὰ πράγματα εἶναι ἁπλὰ καὶ καθαρά, ὅπως τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν ἁγίων Του καὶ τῶν μαρτύρων Του: ἢ μὲ τὸν Χριστὸ ἢ μὲ τὸν Ἀντίχριστο!
Κι ἐπειδή, Σεβασμιώτατε, (παρὰ τὸν ἀμφίσημο λόγο ποὺ χρησιμοποιήσατε στὴν ἐν λόγῳ ἐπιστολή), πιστεύουμε πὼς εἶστε –καὶ προσευχόμαστε νὰ εἶστε– μὲ τὸν Χριστό, μιμηθεῖτε τοὺς ἁγίους Του καὶ ὁδηγεῖστε τὸ λογικὸ ποίμνιό Του στὴν ὁδὸ τῆς Σωτηρίας, ποὺ μόνον ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία διασφαλίζει κι ὄχι ἡ Οἰκουμενιστικὴ «Ἐκκλησία» ποὺ μὲ ζῆλο μᾶς ἑτοιμάζουν. Αὐτὸ ἐλπίζουμε κι αὐτό, μὲ ἐν Χριστῷ ἀγάπη, προσδοκοῦμε ἀπὸ ἐσᾶς!...
Δι’ εὐχῶν σας
«Φιλορθόδοξος Ἕνωσις “Κοσµᾶς Φλαµιᾶτος”»

Πανθρησκειακη Εκκλησία θέλει η Ακαδημία Βόλου;

Πανθρησκειακὴ/Ἀθρησκειακὴ κκλησία Θέλει καδημία Βόλου;
“ΟΥΚ ΕΝΙ ΕΛΛΗΝ”, ΟΥΔΕ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ (3)
Μ φορμ νακοίνωση τς καδημίας Θεολογικν Σπουδν Βόλου
Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικὸς
Μιὰ ἐνδεικτικὴ προσπάθεια μετατροπῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ-θεολογικοῦ λόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σὲ λόγο παγκοσμιοποιημένο-παγκοσμιοποιητικό, ἔγινε τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2003, ἀπὸ τὸν (ἐν συνεχείᾳ παραιτηθέντα) Μητροπολίτη Σερβίων καὶ Κοζάνης, κ. Ἀμβρόσιο.
Οκ Ἔνι λλάς: Σὲ Εἰσήγησή του πρὸς τὴν Ἔκτακτη Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ κ. Ἀμβρόσιος ἔγραφε: «Κάθε ννοια “πατρίδας”, ποὺ νήκει ποκλειστικ σ “πατριῶτες”, δν συμβιβάζεται μ τν οσία το χριστιανικο κηρύγματος περ σότητος λων τν νθρώπων...», διότι, «Ἡ ννοια το γεωγραφικο χώρου, ποὺ νήκει ποκλειστικ σ μι μάδα ς “χώρα” “πατρίδα” εναι παράδεκτη π χριστιανικς πόψεως».
Οκ Ἔνι λλάς, Οδ λλην: Καὶ ἐπειδὴ –σύμφωνα μὲ τὸν κ. Ἀμβρόσιο– « μετατροπ τς χώρας μας σ πολυπολιτισμικ κα πολυγλωσσικ κρίνει δέκαστα τν Χριστιανισμό μας», καὶ δεδομένου ὅτι, «Χριστιανός… εναι κενος ποὺ μ τ χάρη το Χριστο χει περβε κάθε κουλτούρα κα κάθε γλσσα», «Θ ποτελοσε γι’ ατ γκληματικ πράξη τ ν τολμήσει κανες ν περαμυνθε συγκεκριμένου πολιτισμο γλώσσας, νάντια σ λλους πολιτισμος γλσσες, κόμα χειρότερο– τ ν διανοηθε κάποιος κληρικς λαϊκς τν πιβολ συγκεκριμένης γλώσσας πολιτισμο θρησκείας, σ’ ατος ποὺ προσφεύγουν σ’ ατν κα ναζητον συλο, τροφ ργασία στ χώρα μας»(1) (σ.σ. τὰ ἔντονα στοιχεῖα, δικά μας).
«Λειτουργικ ναγέννηση»: Ὅμως, ἡ πλέον ἀναπάντεχη προσπάθεια μετατροπῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ-θεολογικοῦ λόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σὲ λόγο παγκοσμιοποιημένο-παγκοσμιοποιητικό, ἔγινε λίγους μῆνες ἀργότερα –καὶ δύο χρόνια μετὰ τὸν (ἐξ ἴσου ἀναπάντεχο) ἐρχομὸ τοῦ Πάπα στὴν Ἀθήνα–, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας τοῦ μακαριστοῦ κυροῦ Χριστοδούλου, τοῦ ἀγαπηθέντος ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸ Λαὸ γιὰ τὸν ἐθνικὸ ἐκκλησιαστικό του λόγο.
Ἡ προσπάθεια αὐτὴ συνοψίσθηκε σὲ κείμενο πέντε σελίδων, ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ πλέον ἐπίσημο βῆμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, δηλαδή, στὸ περιοδικὸ EKKΛHΣIA, καὶ δή, στὰ “Συνοδικ νάλεκτα”. Ὑπογραφόμενο ἀπὸ μέλος τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως, τὸ κείμενο αὐτὸ εἶχε ὡς τίτλο «Τ Θεολογικ πόβαθρο τς Λειτουργικς ναγεννήσεως»(2).
Μετανεωτερικότης κα κκλησία: Τὸ κείμενο ἀξίωνε τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἀρχῶν τῆς μετανεωτερικότητος «στ σύνολο το θεολογικο πιστητο σ λους τος τομες τς θεολογικς πιστήμης, π τος καθαρ πρακτικούς, ς τος αστηρ θεολογικούς».
Σαρωτικ Λαίλαπα: Ἀναλύοντας ἀπὸ θεολογικῆς πλευρᾶς τὸ περιεχόμενο τοῦ κειμένου τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης», ὁ καθηγητὴς κ. Ἰω. Κορναράκης ἀναγνώρισε σ’ αὐτὸ τὴν παγκοσμιοποιημένη-παγκοσμιοποιητικὴ   ποιότητα τῶν ἀρχῶν τῆς μετανεωτερικότητος. Ὡς ἐκ τούτου, ἀπηύθηνε ἐμπεριστατωμένο Ὑπόμνημα πρὸς τὴν Δ.Ι.Σ καὶ τὸν τότε Προεδρό της, μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Σὲ αὐτὸ προειδοποιοῦσε ὅτι –διὰ τῶν ἀρχῶν μετανεωτερικότητος ποὺ ὅριζαν τὰ τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης»– «δοποιετε τρβον, ντς το χώρου τς γιωτάτης ρθοδόξου κκλησίας, στν σαρωτικ τν ξιν λαίλαπα τς Νέας ποχς, τς Νέας Τάξεως Πραγμάτων στν ζω το κόσμου!»(3).
Κατόπιν τούτων, ἔντονες ἀνησυχίες προκαλοῦν οἱ συγκλονιστικὲς ὁμοιότητες ποὺ παρατηροῦνται μεταξὺ τοῦ ἀνωτέρω κειμένου, ποὺ εἰσάγει τὶς ἀρχὲς τῆς μετανεωτερικότητος  στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ αὐτοῦ τῆς Ἀνακοινώσεως τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δημητριάδος(4), τὸ ὁποῖο θέτει τὶς βάσεις τοῦ ―ἐπειγόντως συγκληθέντος― διεθνοῦς διορθοδόξου συνεδρίου, μὲ θέμα «κκλησιολογία κα θνικισμς στὴ Μεταμοντέρνα ποχή»(5).
Μετανεωτερικότης κα Παγκοσμιοποίηση: Οἱ ἀνησυχίες προκαλοῦνται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ μετανεωτερικότης, ὄχι μόνον «δν χει καμμία σχέση μ τν μεθοδολογία τς ληθείας», ἀλλὰ –σύμφωνα μὲ τὸν φερόμενο ὡς γεννήτορά της, Ἀμερικανὸ ὁλιστή, Ρίτσαρντ Ρόρτυ– ἀποτελεῖ ἐξειδικευμένο ἐργαλεῖο πραγματοποιήσεως γεωπολιτικῶν σχεδιασμῶν, μὲ βάση τὸ –πλανητικῆς ἐμβέλειας, ὁλιστικὸ– «ραμα νς ριζικ νέου κόσμου»(6).
Μετανεωτερικότης κα Δυτικς Πολιτισμός: Ἔχοντας διεισδύσει σὲ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες –τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Θεολογίας μὴ ἐξαιρουμένων– ἡ μετανεωτερικότης τὶς μεταλλάσσει σὲ ἐργαλεῖα ἀποδομήσεως τοῦ συνόλου τῆς εὐρωπαϊκῆς σκέψεως –ἤτοι τῆς Λογικῆς, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ (ἀρχαιοελληνικοῦ καὶ δυτικογενοῦς) καὶ τῆς γνησίας ἐκφάνσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἤτοι τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Πατέρων.
Σκοπός της: νὰ ἀποκόψει τὶς δυτικὲς κοινωνίες (καὶ μόνον αὐτὲς) ἀπὸ τὶς ψυχοπνευματικές τους ρίζες καὶ ἀπὸ ὅλα ὅσα τὶς καθιστοῦσαν διαχρονικὰ ἀπρόσβλητες ἀπὸ τὸν πάσης φύσεως καὶ προελεύσεως ὁλοκληρωτισμό.
ργαλεο Χειραγωγήσεως, Μετανεωτερικότης: Ἐνσταλάζοντας στοὺς ὀπαδούς της τὴν νεοπραγματιστικὴ (νεο)φιλελεύθερη πολιτική της συγκρότηση, ἡ μετανεωτερικότης ἀπορρίπτει ἐνεργῶς κάθε φιλοσοφικὴ σκέψη καὶ κάθε «ἀφηρημένη» ἔννοια (δηλαδή, τὸ σύνολο τῆς δυτικῆς σκέψεως) ὡς «αὐταπάτη». Μάλιστα, ὁ ἐκπρόσωπος τῆς μετανεωτερικότητος στὴν Εὐρώπη, Ἐνγτκὰρ Μορέν, εἶναι πιὸ σαφής: ἀποκαλεῖ «Homo Sapiens-Demens», δηλαδή, «Σοφὸ Παράφρονα», τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὶς «ἀφηρημένες» ἔννοιες –ἤτοι τὴν Λογική, τὸν ἀνθρωπισμὸ (ἀρχαιοελληνικὸ καὶ δυτικογενὴ) καὶ τὸν Χριστιανισμό, γνήσια ἔκφανση τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία τῶν Πατέρων.
Ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὁ Ρόρτυ, ἡ μετανεωτερικότης εἶναι ἄκρως ἀποτελεσματική, διότι χρησιμοποιεῖ ἀθέατες μεθοδεύσεις χειρισμοῦ τῆς συνειδήσεως καὶ ἐξειδικευμένες μεθοδεῖες πολιτιστικῆς ἀποδομήσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἐξηγεῖ ὁ Ρόρτυ, «μς πιτρέπει τσι ν ποστασιοποιηθομε π τν παράδοση» (σ.σ. ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὴν Πατερική).
Μετα-Πατερικ Θεολογία: Νὰ εἶναι, ἄραγε τυχαῖο ὅτι, ἡ πρόσφατη Ἀνακοίνωση τῆς Ἀκαδημίας Βόλου ἀποκαλεῖ «ψευδαίσθηση κα φενακισμ» τὸν σημερινὸ Πατερικὸ λόγο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι «νανεωμένος» ἀπὸ τὰ “νάματα” τῆς μετανεωτερικότητος;
Ἐξ ἄλλου, τὰ θεολογικὰ πορίσματα τοῦ προηγούμενου διεθνοῦς συνεδρίου της, μὲ θέμα «Πατερικὴ σύνθεση ἢ Μετα-πατερικὴ θεολογία»(7), ἦσαν ἐξ ἴσου παγκοσμιοποιημένα-παγκοσμιοποιητικά, ἀφοῦ προέβαλλαν –ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ θεολογικοῦ ἐπιστητοῦ (πρακτικοῦ καὶ θεωρητικοῦ) τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας– τὴν «νάγκη σχυρῆς γονοποιητικῆς παρουσίας τς ρθόδοξης θεολογίας στς διάφορες θεολογικές, κα χι μόνον, ζυμώσεις στ παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, καθς κα τν νάγκη διαλόγου μὲ τὶς φυσικς κα κοινωνικς πιστμες» (σ.σ. τὰ ἔντονα στοιχεῖα, δικά μας).
Θεομαχία, Πατρομαχία: Οἱ θέσεις αὐτὲς προκάλεσαν τεράστιο σάλο καὶ σκανδαλισμὸ στὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο. Μάλιστα, σὲ εἰδικὴ Ἡμερίδα, μὲ θέμα «Πατερικ Θεολογία κα Μεταπατερικ Αρεση»(8), διαπρεπεῖς ὀρθόδοξοι ἐπιστήμονες –κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ– ταυτοποίησαν τὴν μεταπατερικὴ θεολογία ὡς «μέρος τς παναιρέσεως το οκουμενισμοῦ». Ἐνῶ, στὴν δική του Εἰσήγηση, ὁ καθηγητὴς κ. Δημ. Τσελεγγίδης ἐπεσήμανε χαρακτηριστικὰ ὅτι, ἡ ἐν λόγῳ θεολογία δὲν ἔχει ἁπλῶς χαρακτῆρα «πατρομαχίας, λλ κυρίως συνιστ μία θεομαχία»!(9).
Οκ Ἔνι ρθοδοξία: Τὸ κείμενο περὶ «Λειτουργικς ναγέννησης» προβάλλει τὴν Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση ὡς μία «ντίληψη (κα βεβαίως λατρευτικ πρακτική)», ποὺ –σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑφισταμένη («ποὺ συμβάλλει στν δημιουργία διαχωριστικῶν γραμμν, πιτείνοντας τσι τ φαινόμενα τς μισαλλοδοξίας, ξενοφοβίας κα φανατισμο»)– «δν ψώνει χθρικ τείχη μεταξ τν μελν τν διαφόρων θρησκευτικν κοινοτήτων, ντιθέτως, προωθε τν ερήνη κα τὴ θρησκευτικ νεκτικότητα».
Τὸ γεγονὸς ὅτι, ἀναφέρεται καθαρὰ σὲ ξενοφοβία καὶ σὲ διάφορες θρησκευτικς κοινότητες, ἐχθρικὲς μεταξύ τους, καὶ ὅτι –ἐπικαλουμένη συνεχῶς τὴν «Βασιλεία το Θεο» καὶ τὸ «σχατολογικ ραμα τς προσδοκωμένης Βασιλείας το Θεο»– προτείνει τὴν Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση ὡς μέσον εἰρηνεύσεως τῶν μεταξύ τους σχέσεων, ἀποδεικνύει ὅτι: ὁ ἐσχατολογικός της λόγος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε ἐθνικός, οὔτε ὀρθόδοξος, οὔτε χριστιανικὸς-διαδογματικός, οὔτε διαθρησκευτικός, ἀλλὰ μόνον πανθρησκειακός.
Ἀπὸ τὴν πλευρά της, ἡ συγκεκριμένη Ἀνακοίνωση τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου δὲν ἀναφέρεται καθόλου στὴν πολυθρησκευτικότητα· ἐνῶ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐπιφανῶν Εἰσηγητῶν της ἀναφέρεται στὴν καταλυτικὴ παρουσία ἑκατομμυρίων πιστῶν τοῦ Ἰσλὰμ μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα.
Τὸ γεγονός, ὅμως, ὅτι –ἐπικαλουμένη (καὶ αὐτὴ) διαρκῶς τὴν «Βασιλεία το Θεο» καὶ ἐπισείοντας ἐσχατολογικοὺς κεραυνούς– δαιμονοποιεῖ, τόσο τὸν «ἐθνοφυλετισμό», ὅσο καὶ τὸν «θρησκευτικὸ φυλετισμό», ἀποκαλύπτει ὅτι: ὁ «νανεωμένος κκλησιαστικς λόγος» καὶ «νέα πολιτικ πρόταση» τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ὁποῖον εὐαγγελίζεται, δὲν εἶναι ἁπλῶς “ἀποεθνικοποιημένος” καὶ “ἀπο-Ὀρθοδοξοποιημένος”: εἶναι πανθρησκειακός.
σχατολογία κα Χειραγώγηση: Τὸ κείμενο περὶ «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης» ἐπικαλεῖται  τὶς ἀρχὲς τῆς μετανεωτερικότητος γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὴν ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Συγχρόνως, ἀπορρίπτει τὴν «συναισθηματικ δυναμικ τς λειτουργικς πράξεως τς κκλησίας [σ.σ. ποὺ τὴν μεταβάλλει] σέ (…) σανατόρια κα νοσοκομεα “θεραπείας τν ψυχών”».
Ἀπὸ τὴν πλευρά της, ἡ Ἀνακοίνωση τῆς Ἀκαδημίας Βόλου ἐπανειλημμένως ἀναφέρεται στὴν ἐσχατολογικὴ διάσταση τῆς Ἐκκλησίας· ἐνῶ, τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία, ἀναφέρει μόνον ὡς «πορεία πρς τ σχατα», οὐδέποτε ὡς “ἰατρεῖο ψυχών”: «Ἐὰν κκλησία πιθυμε ν μιλήσει στ σύγχρονο κόσμο κα στος σημερινος νθρώπους» καὶ νὰ ἀντιμετωπίσει «τν δίψα το σύγχρονου νθρώπου γι ζωή, ρθόδοξη κκλησία μπορε κα πρέπει ν παντήσει μὲ τὶς δικές της προτάσεις, μ τ δικά της “ρήματα ζως αωνίου” (πρβλ. ω. 6.68)».
σχατολογία κα λευθέρα Βούληση: Τὸ γεγονὸς ὅτι, τόσο ἡ «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση», ὅσο καὶ ἡ Ἀκαδημία Βόλου, προγραμματίζουν καὶ προσχεδιάζουν τὸν ἐσχατολογικὸ λόγο τῆς Ἐκκλησίας, καί, μάλιστα, μὲ μόνον γνώμονα τὴν ἐπίδρασή του ἐπὶ τοῦ πολυεθνικοῦ, πολυφυλετικοῦ καὶ πολυθρησκευτικοῦ “ποιμνίου” τους, ἀποτελεῖ τὴν πιὸ περίτρανη ἀπόδειξη ὅτι, ἡ ἐσχατολογία τους εἶναι ἐκκοσμικευμένη.
Καί, ὡς τέτοια, αὐτὴ ἐλέγχεται ὡς ἀφισταμένη τῆς ἐσχατολογίας ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἐξ Ἀποκαλύψεως Ἀλήθεια, καὶ ἑπομένως, ὡς ἄκρως ἐπικίνδυνη γιὰ τὴν ἐλευθερία βουλήσεως τῶν “πιστῶν”· ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, «ρμηνεύοντας τ θεία θέληση, νάλογα μ τς περιστάσεις», ἔχει τὴν δυναμικὴ νὰ τοὺς μεταλλάξει σὲ  “πιστούς”-ὑποτελεῖς, μὲ συνείδηση ἀγέλης καὶ πλήρως ὑποταγμένους  στὰ κελεύσματά της.
Συνεργο τν Παγκοσμιοποιητῶν: Ἀλλά, ἡ μετανεωτερικότης χειραγωγεῖ καὶ τοὺς ἰδίους τοὺς ὀπαδούς της. Ἀφοῦ ἐνσταλάζει ἐντός τους ἀπέχθεια ἔναντι τοῦ ἰδίου τοῦ πολιτισμοῦ τους, ἐπιβραβεύει –μέσῳ τῶν παγκοσμιοποιητῶν– τὶς ἔμπρακτες ἀποδείξεις τῆς ἀπεχθείας αὐτῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸ τρόπο, μεταλλάσσει τοὺς ὀπαδούς της σὲ ἐνθουσιώδεις καταστροφεῖς τοῦ ἰδίου τοῦ πολιτισμοῦ τους –καὶ δή, ἐκ τῶν ἔνδον, ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ δι’ εἰρηνικῶν μέσων– πραγματοποιώντας τὸ μετανεωτερικὸ «ραμα νς ριζικ νέου κόσμου» τοῦ ὁλιστὴ Ρ. Ρόρτυ.
Μετανεωτερικ Μορφ Κοινωνικς Ζως: Τὴν κατάσταση ποὺ θὰ διαμορφωθεῖ στὶς δυτικὲς κοινωνίες, ὅταν πραγματοποιηθεῖ τὸ μετανεωτερικὸ «ραμα νς ριζικ νέου κόσμου», ὁ Ρ. Ρόρτυ περιγράφει ὡς «μι μετανεωτερικ μορφ κοινωνικς ζως, στν ποία κοινωνία ς λο, πιβεβαιώνεται δίχως ν νδιαφέρεται γι τν ατοθεμελίωσή της».
Αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ ἐννοεῖ εἶναι ὅτι: μὲ τὴν πλήρη κατάρρευση ὅλων τῶν δημοκρατικῶν δομῶν καὶ θεσμῶν τους καὶ τοῦ συνόλου τῶν προνοιακῶν καὶ ἀμυντικῶν μηχανισμῶν τους, μὲ τὴν πλήρη οἰκονομική τους ἐξαθλίωση, καὶ μὲ ὅλα τὰ ἐπίχειρα τῆς πολυπολιτισμικότητος, πολυεθνικότητος, πολυφυλετικότητος καὶ πολυθρησκευτικότητος, οἱ δυτικὲς κοινωνίες θὰ ζοῦν ὑπὸ συνθῆκες διαρκοῦς ρευστότητος, χάους, αὐθαιρεσίας, ἀνομίας, ὅπου θὰ ἐπικρατεῖ τὸ δίκαιο τοῦ βιαιότερου ἢ/καὶ τοῦ πλέον ἀδίστακτου.
Διαρκς Ρευστότης: Μετακυλιόμενη σχατολογία: Οἱ ὑπέρμαχοι τῆς μετανεωτερικότητας γνωρίζουν ὅτι, στὴν ἀκρατική, ἀταξική, ἄναρχη, ἀνομοιογενῆ καὶ χαοτικὴ μετανεωτερικὴ κοινωνία ποὺ οἰκοδομοῦν, ἡ διαπάλη –οἰκονομική, πολιτική, στρατιωτική, ψυχοπνευματικὴ κ.λπ.– μεταξὺ τῶν βιαιοτέρων ἢ/καὶ τῶν πλέον ἀδιστάκτων θὰ εἶναι διαρκής, καὶ ἑπομένως, κάθε ἐξουσία θὰ εἶναι πρόσκαιρη. Γιὰ νὰ διατηρηθεῖ, συνεπῶς, ἡ Πανθρησκεία, ὡς σύστημα χειραγώγησης πληθυσμῶν, σὲ παγκόσμιο καὶ τοπικὸ ἐπίπεδο, τὴν ἔχουν διαμορφώσει ὥστε νὰ πληροῖ τὶς ἑξῆς προϋποθέσεις:
Νὰ προσαρμόζει τὸ ἐσχατολογικό της «ὅραμα», συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως, κατὰ βούλησιν, ἀνάλογα μὲ τὶς τοπικὲς συνθῆκες καὶ ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις· δηλαδή, νὰ μπορεῖ νὰ ἐνσωματώσει σ’ αὐτὸ –ὡς νεώτερα καὶ δυναμικώτερα μέσα χειραγωγήσεως τῆς ἀνθρωπόμαζας– τὶς μεταφυσικὲς ἑρμηνεῖες ποὺ θὰ μπορεῖ νὰ ἐξαγάγει διαρκῶς, ἀνάλογα μὲ τὶς περιστάσεις, ἤτοι:
–Εἴτε ἀπὸ τὶς νέες ἀνακαλύψεις τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν (ὅπως ἤδη ἔγινε π.χ. μὲ τὴν θεωρία τῆς ἐξελίξεως τοῦ Δαρβίνου, ἢ πιὸ πρόσφατα, μὲ τὴν μεταφυσικὴ ἑρμηνεία τῆς θεωρίας τῶν κβάντων)·
―εἴτε ἀπὸ φυσικὲς ἢ ἀνθρωπογενεῖς καταστροφές·
―εἴτε ἀπὸ “ἀπρόσμενα” ἐνδεχόμενα (ὅπως λ.χ. ἡ ἐμφάνιση “μεσσιῶν”, ἢ “ἐξωγήινων” ἢ ἄλλων “ἀποκαλυψιακῶν σημείων” στοὺς οὐρανοὺς κ.ο.κ.).
Ρευστ Θρησκεία, Ρευστ σχατολογία: Γιὰ αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς λόγους, ἡ μὲν “Ἐκκλησία” ποὺ ἔχουν κατὰ νοῦ οἱ ὑπέρμαχοι τῆς μετανεωτερικότητος –καὶ τὴν ὁποίαν εἰσάγουν, στὴν Ἑλλάδα, εἴτε μέσῳ τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης», εἴτε μέσῳ ἐμπράκτων ἐφαρμογῶν τῶν ἀρχῶν της– εἶναι «ἀποκαθαρμένη» ἀπὸ τὴν γνήσια Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση· ἐνῶ διατηρεῖ μόνον τὸ “ὀργανωτικὸ κέλυφος” τῆς σημερινῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσῳ τοῦ ὁποίου διοχετεύει καὶ “λειτουργεῖ” τὴν Πανθρησκεία.
Ἀπὸ τὴν πλευρά της, ὅπως προαναφέραμε, ἡ Πανθρησκεία δὲν εἶναι οὔτε συγκεκριμένη, οὔτε στατική. Ὡς ἐκ τούτου, ἀξιώνει –μέσῳ τῶν ἀρχῶν τῆς μετανεωτερικότητος– τὸν διαρκῆ ἐπαναπροσδιορισμὸ τοῦ συνόλου τοῦ θεολογικοῦ ἐπιστητοῦ τῆς Ἐκκλησίας, «σ λους τος τομες τς θεολογικς πιστήμης, π τος καθαρ πρακτικούς, ς τος αστηρ θεολογικούς».
Ρευστς Θεός! Αὐτὸ δὲν σημαίνει μόνον τὸν διαρκῆ ἐπαναπροσδιορισμὸ τῆς Θεολογίας, τῆς Ἐσχατολογίας της καὶ τῆς Θείας Λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τὸ –μέχρι πρότινος– ἀνήκουστο, καὶ γιὰ τοὺς πολλούς, ἀπολύτως ἀδιανόητο: τὸν διαρκ παναπροσδιορισμ τς Θείας Εχαριστίας!
Μὲ ἄλλα λόγια, τὸν διαρκ παναπροσδιορισμ το δίου το Χριστο
Ἀ-θεοκρατία: Στὸ δεύτερο ἄρθρο τῆς “τριλογίας” μας(10) παραθέσαμε τὸν ὁρισμὸ τῆς θεοκρατίας ὡς «πολίτευμα κατ τ ποο ργάνωση κα λειτουργία το κράτους καθορίζονται π τν θεϊκ νόμο», καὶ ὅπου «διάκριση τς πολιτικς π τν θρησκευτικ ξουσία δν φίσταται, ν προβάλλεται τ ποκλειστικ δικαίωμα το ερατείου ν ρμηνεύει τ θεία θέληση νάλογα μ τς περιστάσεις»(11).
Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, ὅλα τὰ προαναφερθέντα θεμελιώνουν ἕνα σύστημα παγκοσμίας διακυβερνήσεως «κατ τ ποο ργάνωση κα λειτουργία το πλανήτη καθορίζονται π τν θεϊκ νόμο», καὶ ὅπου «διάκριση τς πολιτικς π τν θρησκευτικ ξουσία δν φίσταται, ν προβάλλεται τ ποκλειστικ δικαίωμα το ερατείου ν ρμηνεύει, χι μόνον τὴ θεία θέληση, λλ κα τ διο τ Θεον, νάλογα μ τς περιστάσεις», νομιμοποιούμεθα νὰ ὁρίσουμε τὸ σύστημα αὐτὸ ὡς -θεοκρατία.
* * *
Καί, ἐνῶ τὸ διακύβευμα εἶναι τόσο φοβερό, καὶ ἡ “μεγάλη θλίψη” ἐξαπλώνεται παντοῦ στὴν Ἑλλάδα –μαζὺ μὲ τὴν ἐξαθλίωση, τοὺς φόνους καὶ τὶς αὐτοκτονίες, ποὺ σπαράζουν τὶς καρδιὲς ὅλων ἡμῶν, Ὀρθοδόξων καὶ μὴ– οἱ συντελεστὲς τῆς Ἀκαδημίας Βόλου καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς θεωροῦν ὅτι, «τ σοβαρότερο μλλον πρόβλημα, ποὺ ντιμετωπίζει ρθόδοξη κκλησία μετ τν πτώση το Βυζαντίου (1453)» εἶναι ἡ πολιτικὴ πρόταση ποὺ θεωροῦν ὅτι ἀπορρέει ἀπὸ τὸν «θνικ κκλησιαστικ λόγο τς κκλησίας». Καὶ γι’ αὐτό, προχωροῦν σὲ ἕναν ἀκόμα ἐπαναπροσδιορισμό του.
Ὅμως, γιὰ τὴν Εὐρώπη, ὁ μόνος «νέος ἀνανεωμένος θεολογικὸς λόγος», ποὺ ἀποτελεῖ δυναμικὴ «νέα γεωπολιτικὴ πρόταση» –καὶ δὴ πρόταση παγκοσμιοποιημένη-παγκοσμιοποιητικὴ– εἶναι τὸ Ἰσλάμ. Καὶ αὐτό, δὲν ἐπαναπροσδιορίζεται μὲ διεθνῆ συνέδρια «μετα-μωαμεθανικῆς» θεολογίας, ἀλλὰ μόνον μὲ τὶς ἄλλες διεξόδους ἐφαρμογῆς τῆς Πανθρησκείας.
______________________________
(1) μβρόσιος, Μητροπολίτης Σερβίων κα Κοζάνης, Εσήγησις ες τν κτακτο Σύνοδο τς εραρχίας τς λλάδος τν 10.1.2003, μ τίτλο Ποιμαντικ ντιμετώπισις το φαινομένου τς προοδευτικῆς μετατροπς τς χώρας μν ες πολυπολιτισμικήν, πολυφυλετικν κα πολυγλωσσικήν, βδομαδιαία φημερίδα «ρθόδοξος Τύπος» (7.2.2003 κα συν. 14.2.2003).
(2) Βασιλειάδης Πέτρος, καθηγητς πανεπιστημίου, Τ Θεολογικ πόβαθρο τς Λειτουργικς ναγεννήσεως, πέρτιτλος: IEPA ΣYNOΔOΣ THΣ EKKΛHΣIAΣ THΣ EΛΛAΔOΣ, EIΔIKH EΠITPOΠH ΛEITOYPΓIKHΣ ANAΓENNHΣEΩΣ, Περιοδικ EKKΛHΣIA, Στήλη: Συνοδικ ναλεκτά, τ. ουνίου 2003, σ. 413-8.
(3) Βλ. ω. Κορναράκης, καθηγητς πανεπιστημίου, «ναγέννησις Νέα ποχή;» (κα σχόλιο τς Συντάξεως: «Α νησύχιαι νς Καθηγητοδοποιεῖται τρίβος πρς τν Νέαν ποχν κα τν Νέαν Τάξην»), βδομαδιαία φημερίδα «ρθόδοξος Τύπος», 26.9. 2003, σ. 1.
(4) Βλ. βδομαδιαία φημερίδα «ρθόδοξος Τύπος», τς 27.4.2012 (σ. 7).
(5) Τ Συνέδριο πραγματοποιεῖται στ Συνεδριακ Κέντρο Θεσσαλίας (Μελισσάτικα), π 24 ως 27 Μαΐου 2012.
(6) Δάφνη Βαρβιτσιώτη, «Ο Συγκλίνουσες τραπο το “Νέου”. Μετανεωτερικότητα κα “Λειτουργικ ναγεννησις”», περιοδ. ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ, 2003.
(7) Τ συνέδριο πραγματοποιήθηκε στν Βόλο, π 3 ως 6 ουνίου 2010.
(8) ς νω μερς πραγματοποιήθηκε στὸν Πειραι, στ Στάδιο Ερήνης κα Φιλίας, τν 15.2.2012.
(9) Τ θέμα τς Εσηγήσεως ἦταν: «Νεοπατερικ νεο-βαρλααμιτικ θεολογία; γνοια ρνηση τς γιότητας; Κριτήρια το ρθοδόξως κα πλανς θεολογεν» κα πότιτλο: « περοψία κα θεολογικ κτροπ τν πιδόξων μεταπατερικν θεολόγων».
(10) Τ πρτο ρθρο εχε τίτλο «Οκ Ἔνιλλην;», τ δ δεύτερο, «Οκ Ἔνι λλην».
(11) Πρβλ. κπαιδευτικ λληνικ γκυκλοπαίδεια, τόμος «Ο Θρησκεες» (κδοτικ θηνν).


Ετικετες

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ

ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΠΟΥ ΕΞΗΛΘΟΝ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕ ΑΓΝΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΙ ΔΙΣΤΑΖΟΥΝ ΝΑ ΕΞΕΛΘΟΥΝ, ΦΟΒΟΥΜΕΝΟΙ ΕΙΤΕ ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ ΕΙΤΕ ΤΙΣ ΑΠΕΙΛΕΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΤΑΓΩΝ

ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗ ΕΥΓΕΝΩΣ ΥΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΩΣ ΜΙΚΡΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ
ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΕΥΘΥΝΘΕΙΤΕ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - ΛΑΡΙΣΑ
Σχόλια και παρατηρήσεις στο paterikiparadosi@gmail.com
«Εὐχαῖς καὶ δάκρυσι τὸν Θεὸν καθικέτευσον πέμψαι σοὶ ὁδηγὸν ἀπαθῆ τε καὶ ἅγιον. Ἐρεύνα δὲ καὶ αὐτὸς τὰς Θείας Γραφάς, καὶ μάλιστα τὰς τῶν Ἁγίων Πατέρων πρακτικὰς συγγραφάς, ἵνα ταύταις ἀντιπαρατιθεὶς τὰ παρὰ τοῦ διδασκάλου καὶ προεστῶτος σοὶ διδασκόμενα καὶ πραττόμενα, ὡς ἐν κατόπτρῳ δύνασαι βλέπειν ταῦτα καὶ καταμανθάνειν καὶ τὰ μὲν συνᾴδοντα ταῖς Γραφαῖς, ἐγκολποῦσθαι κατέχειν τῇ διανοίᾳ. Τὰ δὲ νόθα καὶ ἀλλότρια, διακρίνειν καὶ ἀποπέμπεσθαι, ἵνα μὴ πλανηθῇς. Πολλοὶ γάρ, ἴσθι, πλάνοι καὶ ψευτοδιδάσκαλοι, ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις γεγόνασιν»(Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Βιβλιοπαρουσίαση

ΤΕΥΧΟΣ ΚΟΣΜΑ ΦΛΑΜΙΑΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΣ -ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2011

ΤΕΥΧΟΣ ΚΟΣΜΑ ΦΛΑΜΙΑΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΣ -ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2011

ΤΕΥΧΟΣ ΚΟΣΜΑ ΦΛΑΜΙΑΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2011

ΤΕΥΧΟΣ ΚΟΣΜΑ ΦΛΑΜΙΑΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2011
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ Π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ
Ἡ Ἀντιμετώπισις τῆς Αἱρέσεως
τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
κατά τόν Ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη
Ἡ αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ξεκίνησε πρίν ἑνενήντα περίπου χρόνια. Σέ ὅλο αὐτό τό διάστημα παραδόξως ἀντί νά κατασταλῆ καί καταδικαστῆ, συνεχῶς ἐξαπ­λοῦται, σέ σημεῖο πού νά ἔχει ἀλλοιώση τό φρόνημα καί αὐτῶν τῶν συνειδητῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ ἐξάπλωσις καί μή καταδίκη τῆς αἱρέσεως τῶν καιρῶν μας ἀποτελεῖ πρωτάκουστο καί πρωτοφανές γεγονός εἰς τήν δια­χρονική ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Κάποιες προσπάθειες πού κατά καιρούς ἔγιναν διά τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν αἵρεσι, ὁδήγησαν σέ ἄλλες ἐκκλησιολογικές ἐκτροπές καί πλάνες, εἰς τρόπον ὥστε καί οἱ θέλοντες σήμερα νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό αὐτή νά προβληματίζωνται ὄχι διά τό ἀπό ποῦ νά φύγουν, ἀλλά διά τό ποῦ νά πᾶνε.
Ποία ἡ ἐπίπτωσις τῆς αἱρέσεως διά τήν Ἐκκλησία.
Ποία ἡ εὐθύνη ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων κληρικῶν καί λαϊκῶν.
Ποία ἡ σωστή ἀντιμετώπισις διά τήν κατάσβεσι τῆς αἱρετικῆς πυρκαϊάς.
Πῶς δέν θά λοξοδρομήσουμε οὔτε πρός τά ἀριστερά (συμμετοχή στήν αἵρεσι), οὔτε πρός τά δεξιά δημιουργία