Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Ομιλίες στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου από το μακαριστό γέροντα π. Αθανάσιο Μυτιληναίο.



ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ : ΑΓΩΝΑΣ α.Φ.188 
http://www.agonas.org
Ερμηνεία εις την Αποκάλυψη 1η συνέχεια από τη 4η Ομιλία που έγινε στις 9-11-1980
Ὁμιλία 4η στήν Ἀποκάλυψη
Ἀποκ. 1, 4β-5α
Ἀ­νά­λυ­ση τοῦ «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος». – Ἡ «χά­ρις» καί ἡ «εἰ­ρή­νη» ἀ­πό τοῦ Ἁ­γί­ου Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ.
«Ἰ­ω­άν­νης ταῖς ἑ­πτὰ ἐκ­κλη­σί­αις ταῖς ἐν τῇ Ἀ­σί­ᾳ· χά­ρις ὑ­μῖν καὶ εἰ­ρὴ­νη ἀ­πὸ Θε­οῦ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος, καὶ ἀ­πὸ τῶν ἑ­πτὰ πνευ­μά­των, ἃ ἐ­νώ­πι­ον τοῦ θρό­νου αὐ­τοῦ,
»καὶ ἀ­πὸ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ὁ μάρ­τυς ὁ πι­στός, ὁ πρω­τό­το­κος τῶν νε­κρῶν καὶ ὁ ἄρ­χων τῶν βα­σι­λέ­ων τῆς γῆς. τῷ ἀ­γα­πῶν­τι ἡ­μᾶς καὶ λού­σαν­τι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν ἡ­μῶν ἐν τῷ αἵ­μα­τι αὐ­τοῦ,
»καὶ ἐ­ποί­η­σεν ἡ­μᾶς βα­σι­λεί­αν, ἱ­ε­ρεῖς τῷ Θε­ῷ καὶ πα­τρὶ αὐ­τοῦ, αὐ­τῷ ἡ δό­ξα καὶ τὸ κρά­τος εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων· ἀ­μήν.»1
«Χά­ρις ὑ­μῖν καὶ εἰ­ρή­νη ἀ­πὸ Θε­οῦ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος, καὶ ἀ­πὸ τῶν ἑ­πτὰ πνευ­μά­των, ἃ ἐ­νώ­πι­ον τοῦ θρό­νου αὐ­τοῦ, καὶ ἀ­πὸ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.»
Ἔ­χου­με ἐ­δῶ μί­α θαυ­μά­σι­α, ἀ­γα­πη­τοί μου, ἀ­να­φο­ρά, ὅ­πως θά δοῦ­με, στόν Ἅ­γιο Τρι­α­δι­κό Θε­ό.
Ἡ σύν­τα­ξη «ἀ­πὸ ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος» εἶ­ναι σό­λοι­κη, δη­λα­δή ἀ­σύν­τα­κτη πρό­τα­ση. Θά ἔ­πρε­πε νά ἦ­ταν «ἀ­πὸ τοῦ ὄν­τος»· ὄ­χι «ἀ­πὸ ὁ ὢν». Ὅ­πως ὁ­μοί­ως σό­λοι­κο, μά­λι­στα φο­βε­ρά ὑ­περ­βο­λι­κό, εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο τό «ὁ ἦν». Ἐ­κεῖ­νο τό «ἦν» εἶ­ναι ὁ πα­ρα­τα­τι­κός τοῦ ρή­μα­τος εἰ­μί, πού θά πεῖ ἦ­ταν. Καί βά­ζει ἄρ­θρο στό ρῆ­μα... ἄρ­θρο στό ρῆ­μα! σάν νά λέ­γα­με ὁ παί­ζω... ὁ γρά­φω...! Τε­λεί­ως ἀ­σύν­τα­κτο καί ἄ­γνω­στο στή γλῶσ­σα μας.
Ἀλ­λά πρό­κει­ται, ἀ­γα­πη­τοί μου, γιά ἕ­ναν σκό­πι­μο σο­λοι­κι­σμό, πού δέν ἔ­χει τί ἄλ­λο πα­ρά νά προ­κα­λέ­σει τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στου. Αὐ­τό τό βλέ­που­με ὅ­τι πρό­κει­ται γιά ἕ­ναν σκό­πι­μο σο­λοι­κι­σμό καί ὄ­χι ἁ­πλῶς για­τί προ­έρ­χε­ται ἀ­πό ἕ­ναν ἀ­γράμ­μα­το ἄν­θρω­πο, εἶ­ναι ἡ πα­ρα­κά­τω σύν­τα­ξη, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ὀρ­θή, πού λέ­ει: «χά­ρις ὑ­μῖν καὶ εἰ­ρή­νη... ἀ­πὸ τῶν ἑ­πτὰ πνευ­μά­των», σω­στά, γε­νι­κή, «...καὶ ἀ­πὸ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ», πο­λύ σω­στά. Συ­νε­πῶς, ἐ­νῶ τά πα­ρα­κά­τω εἶ­ναι σέ σω­στή σύν­τα­ξη, αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­σύν­τα­κτο.
Ὅ­πως λοι­πόν ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μαστε, ὁ ἱ­ε­ρός Συγ­γρα­φέας θέ­λει μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο νά ἐκ­φρά­σει τό ἄ­κλι­το· διότι «ἀ­πό ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν» –«ὁ ὢν» θά πεῖ ὁ Ὑ­πάρ­χων· εἶ­ναι με­το­χή τοῦ ρή­μα­τος εἰ­μί. Ὅ­πως σᾶς εἶ­πα, τό ἦν εἶ­ναι πα­ρα­τα­τι­κός τοῦ ρή­μα­τος εἰ­μί. Θέ­λει νά ἐκ­φρά­σει ὁ ἱ­ε­ρός Συγ­γρα­φέ­ας τό ἄ­κλι­το καί ἀ­ναλ­λοί­ω­το καί αἰ­ώ­νιο τῆς Θε­ό­τη­τος, πού ἐκ­προ­σω­πεῖται ἐ­δῶ ἀ­πό τόν Πα­τέρα, ὅπως φα­νέ­ρω­νε καί τό ὄ­νο­μα Jah­ve, τό τε­τρα­γράμ­μα­το αὐ­τό ἱ­ε­ρό καί μυ­στη­ρι­ῶ­δες ὄ­νο­μα, Jah­ve, πού θά πεῖ Κύ­ριος ἤ ὁ Ὢν. Οἱ Ἑ­βδο­μή­κον­τα με­τα­φρά­ζουν «Κύ­ριος», ἀλ­λά ὁ­μοί­ως ἀ­να­φέ­ρουν καί τό «ὁ ὢν», ὁ Ὑ­πάρ­χων.
Αὐ­τό τό ὑ­περ­φυ­σι­κό στοι­χεῖ­ο, στόν μέν λό­γο ἐκ­φρά­ζε­ται μέ ἕ­ναν σο­λοι­κι­σμό, στόν δέ χῶ­ρο τῆς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τό ἀν­τιρ­ρε­α­λι­στι­κό. Γι’ αὐ­τό θά δεῖ­τε πολ­λούς Παν­το­κρά­το­ρες, σέ τρούλ­λους ζω­γρα­φι­σμέ­νους, ἤ σέ φο­ρη­τές ἀ­κό­μη εἰ­κό­νες –χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός μάλιστα ὁ Παν­το­κρά­τωρ τῆς Μο­νῆς Δαφ­νί­ου– ἔ­χει ἕ­να ἐ­ξαμ­βλω­μέ­νο χέ­ρι, ἕ­να χέ­ρι μέ ρό­ζους, πλα­τύ, φο­βε­ρό! Δέν εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο τό ὡ­ραῖ­ο χέ­ρι, τό να­του­ρα­λι­στι­κό, τό φυ­σι­κό, τό χυ­τό, τό ὄ­μορ­φο, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο τό ἐ­ξαμ­βλω­τι­κό χέ­ρι. Εἶ­ναι πράγ­μα­τι τοῦ ἁ­γι­ο­γρά­φου λά­θος; χον­δρο­ει­δής ἄ­γνοι­α νά το­πο­θε­τη­θεῖ ζω­γρα­φι­κά; Ἄ­πα­γε! Ἐ­πί­τη­δες τό κάνει· για­τί θέ­λει νά ἐκ­φρά­σει, μέ αὐ­τό τό ἐ­ξαμ­βλω­μέ­νο χέ­ρι, ἕ­να χέ­ρι ὑ­περ­φυ­σι­κό, πού εὐ­λο­γεῖ ὑ­περ­φυ­σι­κά. Δέν εἶ­ναι ἀν­θρώ­πι­νο χέ­ρι· εἶ­ναι θεῖ­ο χέ­ρι. Καί πῶς θά ἐκ­φρά­σει τό ὑ­περ­φυ­σι­κό στοι­χεῖ­ο; πα­ρά μέ κά­τι τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἀν­τιρ­ρε­α­λι­στι­κό, ἀν­τι­να­του­ρα­λι­στι­κό. Γι’ αὐ­τόν τόν λό­γο δέν μᾶς πα­ρα­ξε­νεύ­ει τό ὅ­τι βρί­σκου­με στόν λό­γο γιά τήν ἔκ­φρα­ση τοῦ ὑ­περ­φυ­σι­κοῦ στοι­χεί­ου τόν σο­λοι­κι­σμό, τό ἀ­σύν­τα­κτο, αὐ­τό τό «ἀ­πὸ ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος».
Ὁ ἅ­γιος Ἀν­δρέ­ας Και­σα­ρεί­ας γρά­φει σχε­τι­κά τό ἑ­ξῆς: «Χά­ρις ὑ­μῖν καὶ εἰ­ρή­νη ἀ­πὸ τῆς τρι­συ­πο­στά­του Θε­ό­τη­τος.». Δη­λα­δή ὁ χαι­ρε­τι­σμός πρός ἐ­σᾶς τούς πα­ρα­λή­πτες, πού εἶ­στε οἱ ἑ­πτά Ἐκ­κλη­σί­ες τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας, καί ὁ χαι­ρε­τι­σμός εἶ­ναι ″ἡ χά­ρις καί ἡ εἰ­ρή­νη ἀ­πό τήν τρι­συ­πό­στα­τη Θε­ό­τη­τα″. Δη­λα­δή τό «ἀ­πὸ ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος» εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οἱ πε­ρι­πτώ­σεις τῶν τριῶν Προ­σώ­πων τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Καί ἐ­ξη­γεῖ ὁ ἅ­γιος Ἀν­δρέ­ας καί λέ­ει: «Διὰ μὲν γὰρ τοῦ, ὁ ὢν, ὁ Πα­τὴρ δη­λοῦ­ται· ὁ χρη­μα­τί­σας τῷ Μω­ϋ­σῇ, Ἐ­γώ εἰ­μι, [λέ­γων,] ὁ ὢν· διὰ δὲ τοῦ, ὁ ἦν, ὁ Λό­γος, ὃς ἦν ἐν ἀρ­χῇ πρὸς τὸν Θε­όν· διὰ δὲ τοῦ, ὁ ἐρ­χό­με­νος, ὁ Πα­ρά­κλη­τος, ὁ ἀ­εὶ ἐ­πι­φοι­τῶν τοῖς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τέ­κνοις δι­ὰ τοῦ ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος.» 2. Ὡ­ραῖ­α τά λέ­ει ὁ ἅ­γιος Ἀν­δρέ­ας, θαυ­μά­σι­α.
Λέ­ει λοι­πόν ὅ­τι ὅ­ταν λέ­ει «ὁ ὢν»..... Ἐ­γώ θά ἔ­λε­γα αὐ­τό. Ὅ­ταν λέ­ει «ἀ­πὸ Θε­οῦ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν...», ἐ­κεῖ, ἀ­πό τό «ἀ­πὸ Θε­οῦ», θά βά­ζα­με ἄ­νω-κά­τω τε­λεί­α, θά βά­ζα­με εἰ­σα­γω­γι­κά, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὅ­ταν θέ­λου­με νά ποῦ­με τόν τίτ­λο μιᾶς ἑ­ται­ρεί­ας ἤ ὅ,τι ἄλ­λο, μιᾶς φρά­σε­ως στε­ρε­ό­τυ­πης, τήν ἀ­φή­νου­με στή σύν­τα­ξή της, ὅ­πως εἶ­ναι, καί τήν βά­ζου­με σέ εἰ­σα­γω­γι­κά γιά νά ἐκ­φρά­σου­με αὐ­τό κα­τά ἀ­ναλ­λοί­ω­το τρό­πο. Ἔ­τσι λοι­πόν αὐ­τή ἡ ἔκ­φρα­ση, «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος», εἶ­ναι κα­τά κά­ποιο τρό­πο ἐ­πε­ξή­γη­ση τῆς λέ­ξε­ως Θε­ός. Αὐ­τό εἶ­ναι. Καί πράγ­μα­τι, ἀ­κοῦ­στε το –ὅ­ταν θέ­λου­με νά τό δοῦ­με πιό ἀ­να­λυ­τι­κά.
Ὅ­ταν λέ­ει «Ἐ­γώ εἰ­μι ὁ ὤν.» –πό­τε;– ὅ­ταν ὁ Μω­ϋ­σῆς ρώ­τη­σε τόν ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ –εἶ­ναι στό βι­βλί­ο τῆς Ἐ­ξό­δου, στό 3ο κε­φά­λαι­ο, στί­χος 14· εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το χω­ρί­ο αὐ­τό, πα­ρα­κα­λῶ, ἀ­πό ὁ­λό­κλη­ρη τήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη, ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το χω­ρί­ο! ὅ­πως καί τό 6ο κε­φά­λαι­ο τῆς Γε­νέ­σε­ως, ὅπως καί τό 6ο τοῦ Ἡ­σα­ΐ­ου· εἶ­ναι πα­ράλ­λη­λα– «Κύ­ρι­ε, ποι­ό τό ὄ­νο­μά Σου; Τί θά πῶ στούς συμ­πα­τρι­ῶ­τες μου ὅ­ταν θά πά­ω στήν Αἴ­γυ­πτο; Θά μοῦ ποῦν: ″Ποι­ός Θε­ός σέ στέλ­νει;″.» Καί ἀ­παν­τᾶ ὁ Κύ­ρι­ος: «Ἐ­γώ εἰ­μι ὁ ὤν.»3, εἶ­μαι ὁ Ὑ­πάρ­χων.
Ἐ­άν λοι­πόν ὑ­πο­τε­θεῖ ὅ­τι ὁ­μι­λεῖ ἐ­κεῖ ὁ Πα­τήρ, ἐ­δῶ τό­τε, ὅ­ταν λέ­ει «ὁ ὢν», εἶ­ναι ὁ Πα­τήρ. Ὅ­ταν λέ­ει «ὁ ἦν»..... εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο πού δι­α­τυ­πώ­νει ὁ ἴ­διος ὁ ἱ­ε­ρός Εὐ­αγ­γε­λι­στής στό εὐ­αγ­γέ­λιό του, πού λέ­ει: «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος». Στήν ἀρ­χή, δη­λα­δή ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἡ ἀρ­χή τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, ὑ­πῆρ­χε ὁ Λό­γος. Συ­νε­πῶς αὐ­τό τό «ὁ ἦν» ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν Υἱ­ό. Ὡς πρός δέ τό «ὁ ἐρ­χό­με­νος», ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν Πα­ρά­κλη­το, τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο, τό Ὁ­ποῖ­ο ἦλ­θε καί μέ­νει στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἁ­γιά­ζει τά τέ­κνα τοῦ Θε­οῦ δι­ά τοῦ ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος.
Ἄλ­λά ὅ­μως θά μπο­ρού­σα­με ἀ­κό­μη νά ση­μει­ώ­σου­με τά ἑ­ξῆς. Ὅ­ταν λέ­ει «ὁ ὢν», ὅ­ταν λέ­ει «ὁ ἦν» καί ὅ­ταν λέ­ει «ὁ ἐρ­χό­με­νος», αὐ­τά καί τά τρί­α πε­ρι­κλεί­ουν τό ἅπαν τοῦ χρό­νου· ἔ­χουν μέ­σα τό πα­ρόν –ὅ­ταν λέ­ει «ὁ Ὑ­πάρ­χων», Αὐ­τός πού ὑ­πάρ­χει τώ­ρα, καί πάν­τα ὑ­πάρ­χει– ..... Φυ­σι­κά καί μό­νο του τό «ὁ ὢν» πε­ρι­έ­χει μέ­σα του, τό ὄ­νο­μα «ὁ ὢν», καί τό πα­ρόν καί τό πα­ρελ­θόν καί τό μέλ­λον. Ὅ­μως κα­τά ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρο τρό­πο, ἐ­φ’ ὅ­σον ἔ­χου­με τό «ὁ ὢν», ἔ­χου­με τό «ὁ ἦν», δη­λα­δή Αὐ­τός πού ὑ­πῆρ­χε καί Αὐ­τός πού ἔρ­χε­ται, καί πάν­τα ἔρ­χε­ται, ἐδῶ βλέ­που­με νά πε­ρι­κλεί­ε­ται τό ἅ­παν τοῦ χρό­νου, δη­λα­δή τό πα­ρόν, τό μέλ­λον καί τό πα­ρελ­θόν, μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο χρό­νο κι­νεῖ­ται ὁ Θε­ός –μπά!– ξε­περ­νᾶ ὁ Θεός τόν χρό­νο, εἶ­ναι ἔ­ξω καί ἀ­πό τό πα­ρόν καί ἀ­πό τό μέλ­λον καί ἀ­πό τό πα­ρελ­θόν, δι­ό­τι γιά τόν Θε­ό δέν ὑ­πάρ­χει χρό­νος. Συ­νε­πῶς μ’ αὐ­τή τήν χρο­νι­κή ἔκ­φρα­ση θέ­λει νά δεί­ξει ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι ὑ­πέρ­χρο­νος.
Ἀ­κό­μα ἡ ὀ­νο­μα­σί­α πού δί­δε­ται ἀ­πό τόν εὐ­αγ­γε­λι­στή Ἰ­ω­άν­νη «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος» παίρ­νει μιά ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­ά­ζου­σα χροι­ά. Δη­λα­δή. Ὅ­ταν λέ­ει «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν», πού δεί­χνει κά­τι πού ὑ­πάρ­χει τώ­ρα, κά­τι πού ὑ­πῆρ­χε πρῶ­τα, πάν­τα, αὐ­τό ἐκ­φρά­ζει τόν Θε­ό, καί ἐκ­φρά­ζει τήν θεί­α φύ­ση. Ὅ­ταν λέ­ει «ὁ ἐρ­χό­με­νος», ἐ­δῶ ἐκ­φρά­ζει τόν Θε­ό μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α· διότι ὁ Θε­ός δέν με­τα­κι­νεῖ­ται. Ὀρ­θά εἶ­χε πεῖ ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ὅ­τι εἶ­ναι «τὸ πρῶ­τον κι­νοῦν ἀ­κί­νη­τον»4, πού κι­νεῖ τά πάν­τα, εἶ­ναι ἡ Ἀρ­χή τῆς κι­νή­σε­ως, ἡ Ἀρ­χή τοῦ παν­τός, ἀλ­λά ὁ Αὐτός, ὁ Θεός, μέ­νει ἀ­κί­νη­τος. Τί θά πεῖ ἀ­κί­νη­τος; Ἀ­φοῦ πλη­ροῖ τά πάν­τα, δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά κι­νεῖ­ται. Δι­ό­τι κι­νοῦ­μαι ὅ­ταν κα­τα­λαμ­βά­νω ἕ­να ση­μεῖ­ο τοῦ χώ­ρου, ἐ­νῶ ἕ­να ἄλ­λο δέν τό κα­τα­λαμ­βά­νω, καί πη­γαί­νω, φεύ­γω ἀ­πό τό πρῶ­το μου ση­μεῖ­ο καί πη­γαί­νω στό δεύ­τε­ρο σημεῖο, γιά νά τό κα­τα­λά­βω τό δεύ­τε­ρο ση­μεῖ­ο. Τό­τε περ­πα­τῶ, τό­τε πη­γαί­νω, τό­τε ἔρ­χο­μαι. Ἀλ­λά, ὅ­πως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθε, ὁ Θε­ός εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρών, καί γιά τόν Θε­ό δέν ὑ­πάρ­χει τό πή­γαι­νε καί ἔ­λα· τό πή­γαι­νε καί ἔ­λα ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα Υἱ­ό τοῦ Θε­οῦ. Συ­νε­πῶς τό «ὁ ἐρ­χό­με­νος» ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν θεί­α φύ­ση πού προσ­λαμ­βά­νει τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση· στόν Θε­ό Λό­γο, πού γί­νε­ται ἄν­θρω­πος. Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τό τοῦ Κυ­ρί­ου, πού εἶ­πε στούς Μα­θη­τές Του –εἶ­ναι στό Κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην: «ὑ­πά­γω καὶ ἔρ­χο­μαι»5, θά πά­ω καί θά ἔρ­θω· αὐ­τό τό ὑ­πά­γειν καί ἔρ­χε­σθαι τοῦ Θε­οῦ· πού κι­νεῖ­ται ὁ Θε­ός μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α, ἀλ­λά πά­ντα  μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νή Του φύ­ση.
Ἀλ­λά εἶ­ναι ἀ­κό­μη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἀ­γα­πη­τοί μου, ὅ­τι ἐ­νῶ ὁ Θε­ός πάν­το­τε εἶ­ναι «ὁ Ὑ­πάρ­χων», σέ χρό­νο ἐ­νε­στῶ­τα, πού δεί­χνει τήν διάρ­κει­α, ταυ­το­χρό­νως εἶ­ναι καί «ὁ ἐρ­χό­με­νος» –ἐ­νε­στώς καί ἐ­δῶ· με­το­χή ἐ­νε­στῶ­τος– πού δεί­χνει ὅ­τι πάν­το­τε ἔρ­χε­ται. Ἔ­τσι βλέ­που­με ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε ὁ Θε­ός, ὁ αἰ­ώ­νιος Θε­ός, «ὁ ὢν», πού πάν­τα ἔρ­χε­ται, πο­τέ δέν ἄ­φη­σε τόν κό­σμο καί τήν Ἱ­στο­ρί­α, δι­ό­τι ὁ Θεός πάν­το­τε ἔρ­χε­ται.
Ἀλ­λά αὐ­τό τό πάν­το­τε, πού ἐκ­φρά­ζει τό «ὁ ἐρ­χό­με­νος», ἔ­χει καί τίς ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις. Τό βλέ­που­με αὐ­τό στήν Πρὸς Ἑ­βραί­ους ἐ­πι­στο­λή ὡς ἑ­ξῆς: «ἔ­τι μι­κρὸν ὅ­σον ὅ­σον, ὁ ἐρ­χό­με­νος ἥ­ξει καὶ οὐ χρο­νι­εῖ»6. Λέ­ει ἀ­κό­μα λί­γο· νά, τώ­ρα δά· «ὅ­σον ὅ­σον»· Αὐ­τός πού ἔρ­χε­ται θά ἔλ­θει. Ἀ­κοῦ­στε ἔκ­φρα­ση· «ὁ ἐρ­χό­με­νος ἥ­ξει»! Αὐ­τός πού ἔρ­χε­ται πάν­το­τε θά ἔλ­θει! Μά πῶς θά ἔλ­θει, ἀ­φοῦ ἔρ­χε­ται πάν­το­τε; Ἔ, λοιπόν... «καὶ οὐ χρο­νι­εῖ»6, δέν θά ἀρ­γή­σει!... Μά πῶς δέν θά ἀρ­γή­σει, ἀ­φοῦ πάν­το­τε ἔρ­χε­ται;
Ἔ, τό «ὁ ἐρ­χό­με­νος» δεί­χνει τόν Θε­ό πού πάν­τα ἔρ­χε­ται μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α. Ὁ Θε­ός εἶναι πάν­το­τε μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α, καί ἐ­φο­ρᾶ, βλέ­πει τόν κό­σμο· τά σύμ­παν­τα «ἐν χει­ρὶ Θε­οῦ»7, ὅ­λα εἶ­ναι στό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ· ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο τό «ἥ­ξει», θά ἔλ­θει, εἶ­ναι οἱ ἔ­κτα­κτες ἐμ­φα­νί­σεις τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα Θε­οῦ Λό­γου.
Ἀ­κό­μα ἡ δι­α­τύ­πω­ση «εἰ­ρή­νη ἀ­πὸ Θε­οῦ ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρ­χό­με­νος» ση­μαί­νει τόν Θε­ό Πα­τέ­ρα μό­νο. Βλέ­πε­τε ὅ­τι ὅ­πως νά τό δοῦ­με τό θέ­μα, εἶ­ναι τό­σο πλού­σιο.
Λέ­ει πά­λι ὁ ἅ­γιος Ἀν­δρέ­ας Και­σα­ρεί­ας –ὁ­λό­κλη­ρη ἡ φρά­ση τώ­ρα ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν Πα­τέ­ρα, καί «ὁ ὢν» καί «ὁ ἦν» καί «ὁ ἐρ­χό­με­νος»: «τοῦ πε­ρι­έ­χον­τος ἐν ἑ­αυ­τῷ πάν­των τῶν ὄν­των τήν τε ἀρ­χήν, τά τε μέ­σα, καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α»8, εἶ­ναι ἡ Ἀρ­χή τοῦ παν­τός, πού ἡ ἀρ­χή, τό μέ­σον καί τό τέ­λος βρί­σκον­ται μέ­σα στόν Θεό.
(Συνεχίζεται)

1. Ἀποκ. 1, 4-6.
2. Ἅγ. Ἀνδρέας Καισαρείας, Εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου Θεολόγου, J.P.Migne, P.G., τόμ. 106, Λόγος Α΄, κεφ. Α΄, Κέντρον Πατερικῶν Ἐκδόσεων, Ἀθῆναι 2001, σελ. 221D.
 3. Ἔξοδ. 3, 14.
4 . Βλ. Ἀριστοτέλης, De la generation et de la corruption, GC 324b. 12, ἔκδ. Les Belles Lettres, Paris 1966. Aristotle’s metaphysics, 2 vols. 1012b.31, ἔκδ. Clarendon Press, Oxford 1924. Aristotelis physica, 86.31.12, ἔκδ. Clarendon Press, Oxford 1950.
5. Ἰωάν. 14, 28.
 6. Ἑ¬βρ. 10, 37.
7. Πρβλ. Σ. Σειρ. 10, 4. Ψαλ. 118, 91. Ἡσ. 62, 3.
8. Ἅγ. Ἀνδρέας Καισαρείας, Εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου Θεολόγου, J.P.Mig¬ne, P.G., τόμ. 106, Λόγος Α΄, κεφ. Α΄, Κέντρον Πατερικῶν Ἐκδόσεων, Ἀθῆναι 2001, σελ. 224Α.